Ένας άλλος, παράλληλος, για πολλούς απαγορευτικός και απαγορευμένος κόσμος πολυτέλειας, φίνων υλικών, περίτεχνων ραφών, εξαίσιων σχημάτων και βέβαια κοινωνικού status! Ο κόσμος της υψηλής μόδας! Μα, να που και αυτός βρίσκεται σε μια περίοδο σεισμικών αλλαγών, με τις πλέον πολυτελείς μάρκες να αναζητούν ασφάλεια μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών!
Η Prada και η Versace! Με ιστορία 111 χρόνων η πρώτη, από όταν δημιουργήθηκε από τον Μάριο Πράντα, στο Μιλάνο, το 1913, οι φίνες τσάντες και τα εξαίσια δερμάτινα της είδη, απευθύνονταν στην αριστοκρατία. Η εγγονή Μιούτσια Πράντα, σήμερα, έχει την εταιρεία με market cap 18.5 δισ. ευρώ, ετήσιο τζίρο για το 2023 4.7 δισ. ευρώ, κέρδη στα 671 εκατ. ευρώ και 635 καταστήματα παγκοσμίως. Η Versace, πάλι, έχει ιδρυθεί το 1978 από τον Τζιάνι Βερσάτσε, επίσης στη Μιλάνο και μετά τον τραγικό θάνατό του το 1997, η δίδυμη αδελφή του Ντονατέλα ανέλαβε τη δημιουργική διεύθυνση. Η εταιρεία, λειτουργεί ως θυγατρική του ομίλου Capri Holdings από το 2018, όταν εξαγοράστηκε για 2.1 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2023, η Versace παρουσίασε τζίρο 1.1 δισεκατομμύρια δολάρια, με καθαρά κέρδη περίπου 150 εκατομμύρια δολάρια, και διαθέτει πάνω από 200 retail points σε κύριες παγκόσμιες πρωτεύουσες. Δημοσιεύματα, συναντήσεις και συζητήσεις συνηγορούν σε επικείμενη ιστορική συμφωνία μεταξύ των δυο κολοσσών της μόδας. Ταυτόχρονα, η παραίτηση της Ντονατέλα Βερσάτσε από τη θέση της κεντρικής σχεδιάστριας στις 13 Μαρτίου, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις του 90χρονου Τζόρτζιο Αρμάνι για πιθανή συγχώνευση, δημιουργούν ένα κλίμα αβεβαιότητας αλλά και ευκαιριών.
Από την αυτονομία και την πλήρη διαφοροποίηση στην ενοποίηση
Σύμφωνα με έρευνα της Boston Consulting Group, ή BCG, οι τρεις κύριοι όμιλοι πολυτελείας, η γαλλική LVMH, η Kering και η ελβετική Richemont ελέγχουν πλέον το 31% των παγκόσμιων πωλήσεων προϊόντων πολυτελείας, έχοντας κατορθώσει ένα τεράστιο άλμα από το 19% που κατείχαν το 2014. Η εντυπωσιακή τους ανάπτυξη οφείλεται στις επιθετικές εξαγορές, που πραγματοποίησαν τα τελευταία 24 χρόνια, με την BCG να καταγράφει τουλάχιστον 33 σημαντικές συμφωνίες από το 2000. Η τάση αυτή δεν φαίνεται να επιβραδύνεται. Αντίθετα, η οικονομική ύφεση και η μείωση της καταναλωτικής δαπάνης αναγκάζουν τις ανεξάρτητες μάρκες να επανεξετάσουν τη βιωσιμότητά τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Bain & Company, οι παγκόσμιες πωλήσεις πολυτελείας μειώθηκαν κατά 2% το 2024, ενώ τα στοιχεία της Citi Bank αποκαλύπτουν πτώση 5% στις αγορές πολυτελών ειδών στις ΗΠΑ μόνο τον τελευταίο μήνα. Οι αποκαλούμενες «Φιλόδοξες μάρκες», όπως οι Versace, Burberry, Dolce & Gabbana, που στοχεύουν σε πλούσιους αλλά όχι υπερπλούσιους καταναλωτές, αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες. Η Versace, για παράδειγμα, η οποία ανήκει στον όμιλο Capri Holdings βρίσκεται σε δυσμενή θέση λόγω της μείωσης των κερδών της. Άλλη μια σπουδαία εταιρεία μόδας, η Ferragamo, με ετήσιο τζίρο περίπου 1.2 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιμετώπισε κριτική μετά την απότομη αποχώρηση του CEO Μάρκο Γκομπέτι στις 6 Μαρτίου, ενισχύοντας, έτσι, τις φήμες για πώληση.
Το Πλεονέκτημα της Κλίμακας
Η συγκέντρωση της αγοράς στα χέρια λίγων ομίλων δεν είναι τυχαία. Ο Γκία Ρίτσι της Boston Consulting Group, κάνει λόγο για «πλεονέκτημα Κλίμακος», για τους μεγάλους ομίλους πολυτελείας όπως η LVMH ή η Kering έναντι των μικρότερων ανεξάρτητων μαρκών, λόγω της ικανότητάς τους να επιτυγχάνουν οικονομίες, διαπραγματευτική ισχύ και πρόσβαση σε ταλέντα και πόρους. Μεγαλύτερο μέγεθος σημαίνει χαμηλότερο κόστος παραγωγής λόγω μαζικών αγορών υλικών, ευνοϊκότερες συμβάσεις με εμπορικά κέντρα και δυνατότητα προσέλκυσης κορυφαίων σχεδιαστών. Αυτό εξηγεί τον αυξανόμενο αριθμό συγχωνεύσεων στον κλάδο, καθώς οι μικρότερες μάρκες, όπως οι Versace, Ferragamo, δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν χωρίς την υποστήριξη ενός μεγάλου ομίλου, ακόμη κι αν διαθέτουν δημιουργική πρωτοτυπία. Η κλίμακα, επομένως, γίνεται καθοριστικός παράγοντας επιβίωσης στην πολυτέλεια, όπου οι παίκτες χωρίς κρίσιμη μάζα κινδυνεύουν να εξαγοραστούν ή να περιθωριοποιηθούν. Κατά τον Γκία Ρίτσι οι μεγάλες εταιρείες έχουν, ακόμη, τη δυνατότητα να επενδύσουν σε τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η βιώσιμη παραγωγή, κάτι που οι μικρότερες δυσκολεύονται να αντέξουν οικονομικά.
Ρυθμιστικές αρχές και αντίστροφες εξαγορές
Το πολιτικό κλίμα φαίνεται να ευνοεί ενοποιήσεις. Στις ΗΠΑ, η αλλαγή στην ηγεσία της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου, ή FTC υπό την προεδρία Τραμπ, μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για συμφωνίες που πριν θεωρούνταν αντιμονοπωλιακές, όπως η αποτυχημένη προσπάθεια εξαγοράς της Capri Holdings από την Tapestry, που είναι ιδιοκτήτρια, εκτός άλλων, των Coach και Kate Spade, το 2023. Παράλληλα, στην Ευρώπη, υπάρχει η διάθεση να ενισχυθούν οι εταιρείες, που διατηρούν την ηγεσία της ηπείρου στον κλάδο της πολυτελείας. Ακόμη, φαίνεται να παίρνει διατάσεις φαινομένου, η τάση των μεγάλων οίκων να εξαγοράζουν τους προμηθευτές τους. Η LVMH, με ετήσιο τζίρο 86.2 δισεκατομμύρια ευρώ το 2023, απέκτησε το ισπανικό βυρσοδεψείο Grupo Verdeveleno, ενώ η Chanel συνεργάστηκε με την Brunello Cucinelli και η Prada με την Ermenegildo Zegna για να ελέγξουν παραγωγικές μονάδες στην Ιταλία. Μπόρεσαν, έτσι, να εξασφαλίζουν τη σταθερότητα στις αλυσίδες εφοδιασμού τους, αλλά και να προστατεύουν από όποιες γεωπολιτικές δυσκολίες και αναταραχές, θα μπορούσαν να εμποδίσουν την παραγωγή τους
Τελικά αξίζουν τόσο χρήμα;
Τόση φασαρία, πολλά χρήματα, μέγιστη επίδειξη και τελικά, πόσο αξίζουν πραγματικά τα προϊόντα πολυτελείας; Έρευνα της Vogue τον Ιανουάριο του 2024 ανέφερε ότι πολλοί καταναλωτές μείωσαν τις αγορές τους λόγω της υπερτιμημένης αξίας σε σχέση με την ποιότητα αρκετών προϊόντων. «Is this bag worth the price? Let’s cut it open and see». Αυτό είναι το σύνθημα του Τούρκου, Τάνερ Λέδερσταϊν, που γίνεται viral κόβοντας με μαχαίρι ακριβές τσάντες για να αποκαλύψει τη κακή κατασκευή και τα στοιχειώδη υλικά των πολυτελών, πανάκριβών ειδών των μεγαλύτερων οίκων μόδας, ενισχύοντας την αντίληψη του πολλά λεφτά για το τίποτα… άντε, σχεδόν το τίποτα! Η Bain & Company προβλέπει ότι η οικονομική κρίση, αλλά και η αμφισβήτηση των μεγάλων brand της μόδας θα επιταχύνει τις ενοποιήσεις ακόμα και αυτές που βρίσκονται σε αναγνωριστικές κινήσεις. Μάρκες όπως The Row των αδελφών Ολσεν ή ακόμη και η Dolce & Gabbana, με ετήσιο τζίρο 1.5 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι οι πρώτοι πιθανοί στόχοι. Η γιγαντιαία Armani, με κύκλο εργασιών 2.35 δισεκατομμύρια ευρώ, βρίσκεται σε φάση αναδιάρθρωσης, ενώ η Richemont, με τζίρο 20.6 δισεκατομμύρια ευρώ και η Kering των 21.4 δισεκατομμυρίων ευρώ, παρακολουθούν προσεκτικά τις εξελίξεις, αναζητώντας ευκαιρίες.
Έτσι, λοιπόν, με την οικονομική αβεβαιότητα να κυριαρχεί, τις αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες και την γενικευμένη δυσφορία για την αναντιστοιχία τιμών και ποιότητας το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν νέες εξαγορές, αλλά πόσες και πόσο γρήγορα θα συμβούν.
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.