03 Απρ 2025
READING

Χρυσή Βίζα: Πιέζει την αγορά ακινήτων στην Ελλάδα

6 MIN READ

Χρυσή Βίζα: Πιέζει την αγορά ακινήτων στην Ελλάδα

Χρυσή Βίζα: Πιέζει την αγορά ακινήτων στην Ελλάδα

Το πρόγραμμα Χρυσή Βίζα στην Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο ελκυστικά εργαλεία για ξένους επενδυτές, με χιλιάδες αιτήσεις να υποβάλλονται κάθε χρόνο για την απόκτηση άδειας διαμονής στην χώρα. Από την εισαγωγή του το 2014, έχει προσελκύσει επενδύσεις ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ, καθιστώντας το ένα ισχυρό κίνητρο για όσους επιθυμούν να εξασφαλίσουν έναν μόνιμο τόπο διαμονής στην Ελλάδα και ταυτόχρονα να επωφεληθούν από τις ευκαιρίες που προσφέρει η ελληνική αγορά ακινήτων.

Η βασική αιτία για το αυξανόμενο ενδιαφέρον γύρω από τη Χρυσή Βίζα είναι το γεγονός ότι παρέχει τη δυνατότητα απόκτησης άδειας διαμονής στην Ελλάδα και την Ε.Ε. μέσω μιας επένδυσης σε ακίνητα. Οι κάτοχοι αυτής της άδειας διαμονής αποκτούν τη δυνατότητα να ζουν, να εργάζονται και να σπουδάζουν στην Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνουν την ελευθερία μετακίνησης σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που καθιστά το πρόγραμμα πολύ ελκυστικό για όσους θέλουν να επεκτείνουν τις επαγγελματικές ή προσωπικές τους δραστηριότητες στην Ευρώπη. Η δυνατότητα αυτή, σε συνδυασμό με την πολιτική και οικονομική σταθερότητα που προσφέρει η χώρα, έχει καταστήσει την Ελλάδα έναν από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς για ξένους επενδυτές.

Ένα ακόμη σημαντικό κίνητρο για τους επενδυτές είναι οι καλύτερες τιμές στην ελληνική αγορά ακινήτων σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Οι τιμές των ακινήτων στην Ελλάδα είναι σχετικά χαμηλές, ειδικά σε σύγκριση με αγορές όπως η Ιταλία, η Ισπανία ή η Γαλλία, και προσφέρουν στους ξένους επενδυτές τη δυνατότητα να αποκτήσουν αξιόλογα ακίνητα σε περιοχές υψηλής τουριστικής ζήτησης, όπως η Αττική Ριβιέρα και τα νησιά του Αιγαίου. Η αγορά ακινήτων στην Ελλάδα αποτελεί, λοιπόν, μια συμφέρουσα επενδυτική επιλογή, καθώς η αυξανόμενη τουριστική κίνηση και η αναμενόμενη αύξηση της αξίας των ακινήτων καθιστούν τις επενδύσεις στο συγκεκριμένο τομέα πολύ ελκυστικές.
Παράλληλα, η Ελλάδα προσφέρει ένα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς για ξένους επενδυτές. Οι φορολογικοί συντελεστές είναι συγκριτικά χαμηλότεροι από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ υπάρχουν ευνοϊκές ρυθμίσεις για τα έσοδα από ακίνητα, όπως και για συνταξιούχους που επιθυμούν να ζήσουν στη χώρα.

Η πολιτική σταθερότητα της χώρας είναι επίσης ένας σημαντικός παράγοντας που καθιστά την Ελλάδα ελκυστική για επενδυτές από χώρες με λιγότερη πολιτική ή οικονομική ασφάλεια. Η Ελλάδα, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, παρουσιάζει έναν ισχυρό μηχανισμό προστασίας για τα συμφέροντα των ξένων επενδυτών. Στη σημερινή ασταθή διεθνή συγκυρία, η πολιτική και οικονομική σταθερότητα που προσφέρει η χώρα είναι σημαντικό πλεονέκτημα.

Πολλοί επενδυτές, εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα αλλαγής χρήσης ακινήτων, όπως μετατροπή γραφείων ή αποθηκών σε κατοικίες, καθώς η ελληνική νομοθεσία επιτρέπει τη χορήγηση άδειας διαμονής με επένδυση από 250.000 ευρώ, ακόμη και σε περιοχές υψηλής ζήτησης όπως η Αττική. Από τις αρχές του 2023 έως τον Φεβρουάριο του 2024, κατατέθηκαν σχεδόν 20.000 αιτήσεις για άδειες διαμονής μέσω του προγράμματος, με τον συνολικό αριθμό να ανέρχεται σε 19.962, καταγράφοντας ιστορικό ρεκόρ από την έναρξή του, το 2014. Αυτές οι αιτήσεις αντιστοιχούν σε επενδύσεις ύψους τουλάχιστον 5 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενισχύοντας σημαντικά τις ξένες επενδύσεις στην ελληνική οικονομία.

Ωστόσο, η έντονη ζήτηση έχει επηρεάσει την αγορά ακινήτων, καθώς οι διαδοχικές κυβερνητικές παρεμβάσεις που στόχευαν στον περιορισμό των επενδύσεων είχαν ως αποτέλεσμα μια αύξηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Οι ξένοι επενδυτές έσπευσαν να εκμεταλλευτούν τα τελευταία περιθώρια του παλαιού καθεστώτος, με αποτέλεσμα το 2023 να υποβληθούν 8.475 αιτήσεις και το 2024 να φτάσουν τις 9.411. Μόνο το πρώτο δίμηνο του 2024, καταγράφηκαν 2.076 νέες αιτήσεις. Οι αλλαγές στο πρόγραμμα, που αύξησαν το ελάχιστο ποσό επένδυσης σε 800.000 ευρώ για περιοχές όπως η Αττική και η Θεσσαλονίκη και σε 400.000 ευρώ για την υπόλοιπη χώρα, είχαν προθεσμία υλοποίησης έως την 1η Σεπτεμβρίου 2024. Ωστόσο, για 3.000 επενδυτές που δεν ολοκλήρωσαν τις διαδικασίες έως το τέλος του 2024, δόθηκε παράταση έως τον Φεβρουάριο του 2025.
Συνολικά, οι αιτήσεις της τελευταίας διετίας ξεπέρασαν τις επενδύσεις που είχαν πραγματοποιηθεί από την έναρξη του προγράμματος μέχρι σήμερα. Οι ενεργές άδειες ανέρχονται σε 13.549, ενώ μαζί με τις ανανεώσεις της πρώτης πενταετίας, ο συνολικός αριθμός φτάνει τις 18.363. Από αυτούς, περίπου το 50,5% είναι επενδυτές από την Κίνα και το 10,3% από την Τουρκία. Η μεγάλη ζήτηση έχει δημιουργήσει και σημαντικό όγκο εκκρεμών αιτήσεων, που ανέρχονται σε 12.958. Παρά τις καθυστερήσεις, ήδη το πρώτο δίμηνο του 2024 εκδόθηκαν 1.127 άδειες, ενώ εκκρεμούν ακόμα 3.591 αιτήσεις από το 2023. Με τα νέα όρια επένδυσης, η πίεση στην αγορά ακινήτων αναμένεται να μειωθεί σταδιακά, εξισορροπώντας τη ζήτηση.

Παρά τις αλλαγές, η ζήτηση για πολυτελή ακίνητα σε περιοχές όπως η Αττική Ριβιέρα και μεγάλες πόλεις, όπως το Ηράκλειο και τα Χανιά, παραμένει ισχυρή. Επιπλέον, οι επενδύσεις σε ανακαινίσεις ακινήτων, όπως η μετατροπή επαγγελματικών χώρων σε κατοικίες, συνεχίζουν να αποτελούν ελκυστική επιλογή, προσφέροντας τη δυνατότητα απόκτησης άδειας διαμονής με επένδυση από 250.000 ευρώ ακόμη και στην Αττική.

Η Χρυσή Βίζα, παρά την αδιαμφισβήτητη συνεισφορά της στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων και την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας, έχει προκαλέσει και αρκετά προβλήματα για τους εγχώριους επενδυτές ακινήτων και την ελληνική αγορά γενικότερα. Η μαζική εισροή ξένων κεφαλαίων στον τομέα των ακινήτων έχει δημιουργήσει στρεβλώσεις, οι οποίες επηρεάζουν την ζήτηση και την προσφορά ακινήτων, αλλά και τη βιωσιμότητα της αγοράς για τους Έλληνες αγοραστές και επενδυτές. Ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που δημιουργεί το πρόγραμμα Χρυσή Βίζα για τους εγχώριους επενδυτές είναι η αύξηση των τιμών των ακινήτων, ιδιαίτερα στις περιοχές που είναι πιο ελκυστικές για τους ξένους αγοραστές.
Η ζήτηση για ακίνητα υψηλής ποιότητας σε περιοχές όπως η Αττική, η Θεσσαλονίκη και τα δημοφιλή νησιά έχει εκτοξευθεί, με αποτέλεσμα να παρατηρείται μια σημαντική αύξηση των τιμών. Η αύξηση αυτή καθιστά πιο δύσκολη την πρόσβαση στην αγορά ακινήτων για τους Έλληνες, οι οποίοι συχνά αδυνατούν να ανταγωνιστούν τα υψηλά ποσά που προσφέρονται από τους ξένους επενδυτές, ειδικά σε περιοχές με αυξημένο ενδιαφέρον.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παρατηρείται ένα φαινόμενο «αποκλεισμού» των εγχώριων αγοραστών από την αγορά, καθώς οι τιμές των ακινήτων ανεβαίνουν τόσο, που καθιστούν αδύνατο για τους Έλληνες, και ιδιαίτερα για τις μεσαίες και χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις, την απόκτηση ακινήτων. Ταυτόχρονα, η περιορισμένη προσφορά ακινήτων που διατίθενται για αγορά και η αυξημένη ζήτηση για ενοικιάσεις από ξένους αγοραστές, έχει οδηγήσει σε μια εξίσου μεγάλη αύξηση των τιμών ενοικίασης, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τις εγχώριες οικογένειες και τους φοιτητές που αναζητούν ενοικιαζόμενα σπίτια.

Επιπρόσθετα, οι εγχώριοι επενδυτές ακινήτων έχουν αντιμετωπίσει δυσκολίες στην απόκτηση γης και ακινήτων, καθώς οι τιμές έχουν φτάσει σε επίπεδα που κάνουν την αγορά πιο δύσκολη και λιγότερο κερδοφόρα. Η μαζική εξαγορά ακινήτων από ξένους επενδυτές περιορίζει τις ευκαιρίες για τους ντόπιους επενδυτές να αποκτήσουν και να αναπτύξουν νέα έργα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υποτονική ανάπτυξη της αγοράς ακινήτων για τους Έλληνες, καθώς οι μεγάλοι ξένοι επενδυτές έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν καλύτερες τιμές και προσφορές μέσω των μεγαλύτερων κεφαλαίων που διαθέτουν.

Τέλος, η αυξημένη παρουσία ξένων επενδυτών μπορεί να προκαλέσει ανισότητες στη διανομή των οφελών από τις επενδύσεις στην αγορά ακινήτων. Ενώ οι μεγάλοι ξένοι επενδυτές συχνά απολαμβάνουν σημαντικά κέρδη από την ανατίμηση των ακινήτων τους, οι μικροί εγχώριοι επενδυτές ενδέχεται να μην έχουν την ίδια δυνατότητα να εκμεταλλευτούν αυτές τις εξελίξεις, καθώς η αγορά έχει εξελιχθεί σε ένα πεδίο κυριαρχίας για τους μεγάλους επενδυτές με διεθνή παρουσία και στρατηγικές χρηματοδότησης.

Η αυξημένη ζήτηση για επενδύσεις σε τουριστικά ακίνητα, είτε για βραχυχρόνιες μισθώσεις είτε για εμπορικά ακίνητα, έχει ενισχύσει την τάση της υπερβολικής ανάπτυξης του τουριστικού τομέα, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε μια στρέβλωση στην ανάπτυξη των τοπικών κοινοτήτων. Η μεγάλη συγκέντρωση ακινήτων σε τουριστικά χέρια μπορεί να μειώσει τις ευκαιρίες για τους ντόπιους και να επηρεάσει την ποιότητα ζωής τους.

Συνδεθείτε παρακάτω
ή αποκτήστε ετήσια συνδρομή εδώ.