Ποιοι και γιατί επενδύουν στην αγορά της πολυτέλειας στην Ελλάδα

Η επένδυση στα προϊόντα πολυτελείας στην Ελλάδα δεν αποτελεί έκπληξη. Τα στοιχεία ανόδου της συγκεκριμένης αγοράς παγκοσμίως είναι αυτά που καθοδηγούν τις επιλογές τόσο εγχώριων όσο και διεθνούς βεληνεκούς επιχειρήσεων.

Aπό τις εγχώριες επιχειρήσεις θα μπορούσε κανείς να σταθεί στην περίπτωση των attica. Aυτή τη στιγμή η επιχείρηση λειτουργεί 4 πολυκαταστήματα, 7 καταστήματα και μία on-line επιχείρηση. Ταυτόχρονα κατέχει ηγετική θέση στην αγορά μόδας και καλλυντικών και είναι προτιμώμενος συνεργάτης διεθνών εμπορικών σημάτων πολυτελείας. Μισθώνει συνολικά σε μερικές από τις πιο γνωστές μάρκες, περίπου 69.000 τετραγωνικά μέτρα, εκ των οποίων 55.400 τετραγωνικά μέτρα στην Αθήνα και 13.600 τετραγωνικά μέτρα στη Θεσσαλονίκη. Στρατηγική κατεύθυνση για τα attica αποτελεί η ανάδειξη της επωνυμίας και η ολοκληρωμένη προσέγγιση μεταξύ φυσικών καταστημάτων και του ηλεκτρονικού εμπορίου.

Mία ακόμα τέτοια περίπτωση όμως αποτελεί και η Lamda με τα malls, τα οποία έχουν μεικτή αξία (gross asset value) που ανέρχεται στα 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ, παρουσιάζουν πληρότητα 99% και το EBITDA που αποφέρουν είναι στα 86 εκατομμύρια ευρώ. H Lamda ποντάρει τόσο στο εγχώριο κοινό όσο και στον εισερχόμενο τουρισμό και αποτελεί τον κυρίαρχο παίκτη στα εμπορικά κέντρα στην Ελλάδα. Παρουσιάζει σταθερή οργανική ανάπτυξη στα 4 Mall που έχει επί του παρόντος σε λειτουργία και αναμένει περαιτέρω ανάπτυξη μετά την προσθήκη των δύο νέων εμπορικών καταστημάτων που ετοιμάζει στο πλαίσιο της επένδυσης στο Ελληνικό.

Ο καθοριστικός ρόλος του τουρισμού

Kυρίαρχο ρόλο στην ανάπτυξη της πολυτελούς κατηγορίας ειδών λιανικής διαδραματίζει η άνοδος του τουρισμού, ο οποίος από τους 17,8 εκατομμύρια επιβάτες που ήταν το 2019 πριν την πανδημία, έφτασε το 2023 στους 19,2 εκατομμύρια επιβάτες με αύξηση 7,6% και θα συνεχίσει να αναπτύσσεται όπως προκύπτει και από το επενδυτικό πλάνο του Διεθνούς Αερολιμένα με στόχο να φτάσει μελλοντικά σε δυνατότητα να εξυπηρετεί έως και 50 εκατομμύρια επιβάτες. Επίσης σύμφωνα με τα στοιχεία της Statista η αξία της πολυτελούς λιανικής από τα 355 δισεκατομμύρια ευρώ παγκοσμίως, το 2028 θα φτάσει τα 419 δισεκατομμύρια ευρώ.

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι και διεθνούς βεληνεκούς επιχειρήσεις όπως η Louis Vuitton δεν σταματούν να επενδύουν στην Ελλάδα. Η επιχείρηση πέτυχε ρεκόρ στη διάρκεια του 2022 με ανάπτυξη των πωλήσεών της στην Ελλάδα κατά 102,85%, καθώς ο κύκλος εργασιών της, στην τελευταία οικονομική χρήση, ανήλθε στα 51,97 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά κέρδη ήταν 15,16 εκατ. ευρώ από 6,84 εκατ. ευρώ που ήταν το 2021. Ωστόσο στο δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου του 2023 ξεπέρασε το σύνολο των δώδεκα μηνών του 2022, με τζίρο στα 51,99 εκατομμύρια ευρώ με καθαρά κέρδη μετά από φόρους στα 10,55 εκατομμύρια ευρώ. H LVMH σχεδιάζει να ανοίξει στο προσεχές διάστημα και άλλα καταστήματα που θα βρίσκονται στη νεοσύστατη μαρίνα της Βουλιαγμένης και προσεχώς στο Ελληνικό όπου θα αποτελέσει τον επόμενο σταθμό. Σημειώνεται ότι από το κεντρικό κατάστημα της οδού Βουκουρεστίου στο Κολωνάκι, η Louis Vuitton λειτούργησε το 2023 και τρία εποχικά καταστήματα στη Μύκονο, στα Τρία Πηγάδια, στο Nammos Village και στο εστιατόριο Zuma.

Η άφιξη της Chanel

Θα πρέπει βέβαια να θυμίσουμε ότι τον Ιούνιο του 2023 ο οίκος Chanel άνοιξε την πρώτη επίσημη boutique στην Αθήνα επί της οδού Βουκουρεστίου, καθώς έως εκείνη τη στιγμή εκπροσωπούνταν από το κατάστημα Linea Piu στην οδό Σέκερη στο Κολωνάκι. Η νέα διώροφη boutique των 255 τ.μ. στην ίδια «γειτονιά» με άλλα upper class σήματα ήρθε να προσθέσει την παρουσία της στο ήδη πολυτελές παζλ της Βουκουρεστίου. Το κατάστημα του γαλλικού οίκου άνοιξε σε συνεργασία με την οικογένεια Κασνακίδη, με την οποία από το 1994 είχε αναπτύξει μια σχέση αποκλειστικότητας στο κατάστημα Linea Piu.

H Rolex και στη Μαρίνα Βουλιαγμένης

Αλλά και η Rolex συνεχίζει να αναπτύσσεται στη χώρα μας, ετοιμάζοντας το επόμενο της κατάστημα στη Μαρίνα της Βουλιαγμένης. Το 2022 πέτυχε στην ελληνική αγορά ένα ακόμα ρεκόρ πωλήσεων. Ωστόσο η κερδοφορία δεν ακολούθησε εξίσου θετική πορεία. Στους λόγους της επιτυχίας της εταιρείας στην ελληνική αγορά η διοίκηση συμπεριλαμβάνει και το γεγονός πως τα ρολόγια Rolex έχουν καταγράψει σημαντική διατήρηση της υψηλής αξίας μεταπώλησής τους σε βάθος χρόνου.

Άλλη μία περίπτωση αποτελεί η Hermès. Ο γνωστός οίκος υπολογίζεται ότι περί τα 44.000 ευρώ έβαζε στα ταμεία του κάθε εργάσιμη ημέρα του 2022, ενώ συνεχίζει να κινείται διαρκώς ανοδικά στην Ελλάδα.

Από το χορό της πολυτέλειας δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός η ιταλική Prada. Η Prada Hellas διατηρώντας μόλις ένα κατάστημα στην Ελλάδα, το 2022 κατάφερε σχεδόν να τριπλασιάσει τον τζίρο της σε σύγκριση με το διάστημα πριν από την πανδημία, ενώ σε σύγκριση με το 2021 η αύξηση αγγίζει το 93,6%, φθάνοντας τα 9,18 εκατ. ευρώ.

Η εμπιστοσύνη της ιταλικής μάρκας στην ελληνική αγορά επιβεβαιώθηκε και από τη στρατηγική απόφασή της το 2021 να αγοράσει το κατάστημα επί της Βουκουρεστίου, όπου στεγαζόταν η επιχείρηση από το 2008, με μια επένδυση ύψους 19 εκατ. ευρώ.

Στο τοπίο της πολυτελούς κατανάλωσης δεν μπορεί κανείς να παραλείψει την οδό Βουκουρεστίου όπου δημιουργήθηκε στη χώρα μας η πρώτη Bvlgari boutique δωδεκάμηνης λειτουργίας – η δεύτερη βρισκόταν ήδη στη Μύκονο και στο Nammos Village -, ενώ αποτελεί τον πεζόδρομο που φιλοξενεί μερικές από τις πιο πολυτελείς μάρκες στον κόσμο, όπως η Dior, η Louis Vuitton, ο οίκος ελβετικών ρολογιών IWC, η Omega, αλλά και η Rolex (στην κάθετη οδό Βαλαωρίτου).

Να μην ξεχνάμε βέβαια ότι στη Βουκουρεστίου βρίσκονται εκτός των άλλων μερικά από τα πιο σημαντικά κοσμηματοπωλεία της Ελλάδας όπως Kessaris, Vildiridis, Vourakis και αρκετοί ακόμα.