Κάθε χρόνο το ημερολόγιο πιστό στην παράδοση του

Κάθε χρόνο, από το 1982 και μετά, ένα ημερολόγιο τοίχου με ένα μοναδικό, σύγχρονο ή κλασικό έργο τέχνης, αποκλειστικά Έλληνα δημιουργού, εκτυπώνεται σε περισσότερα από 100.000 αντίτυπα και διανέμεται δωρεάν από το Πλαίσιο, από τον Δεκέμβριο μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου, σηματοδοτώντας την αρχή ενός νέου δημιουργικού έτους και λειτουργώντας ως η ιδανική πηγή έμπνευσης για κάθε καινούργιο ξεκίνημα.

Η ιστορία του

Όπως όλες οι επιτυχημένες πρωτοβουλίες που δοκιμάζονται με επιτυχία στο πέρασμα του χρόνου, έτσι και τα «ημερολόγια τέχνης» από το Πλαίσιο κρύβουν μια όμορφη ιστορία.

Ήταν αρχές της δεκαετίας του 1980 όταν η σύζυγος του Γιώργου Γεράρδου, Άννα, ζήτησε από τον Γιώργο Βογιατζή –πελάτη τότε του πρώτου καταστήματος Πλαίσιο στην οδό Στουρνάρη, ιδιοκτήτη φροντιστηρίων Σχεδίου και αδελφό του ζωγράφου Χάρη Βογιατζή– να αγοράσει ένα τρίπτυχο έργο του καταξιωμένου εικαστικού, προκειμένου να εκτυπώσει ημερολόγια τοίχου με τη μέθοδο της μεταξοτυπίας, ως δώρο σε όλους τους πελάτες του καταστήματος.

Η αποδοχή που έλαβε ήταν τόσο μεγάλη που η κίνηση επαναλήφθηκε την επόμενη χρονιά, και εκείνη που ακολούθησε, και κάθε χρονιά έκτοτε, οδηγώντας σε αυτό που πλέον αποτελεί γιορτινή παράδοση.

Σπουδαίοι καλλιτέχνες

Το πολύ ενδιαφέρον με τα «εικαστικά ημερολόγια» του Πλαισίου είναι ότι κάθε φορά παρουσιάζουν διαφορετικά έργα σπουδαίων Ελλήνων και Ελληνίδων δημιουργών από ποικίλα καλλιτεχνικά ρεύματα, αναδεικνύοντας την προσφορά τους στο εγχώριο εικαστικό γίγνεσθαι και καθιστώντας την τέχνη τους προσιτή σε χιλιάδες σπίτια εδώ και δεκαετίες.

Ενδεικτικά, τα περιζήτητα ημερολόγια έχουν κοσμήσει –μεταξύ άλλων– έργα με την υπογραφή των Χάρη Βογιατζή, Γιάννη Γαΐτη, Δημήτρη Μυταρά, Δημοσθένη Κοκκινίδη, Κώστα Γραμματόπουλου, Γιώργου Λάππα, Γιώργου Μήλιου, Γιάννη Ψυχοπαίδη, Νίκου Κεσσανλή, Σωτήρη Σόρογκα, Μανώλη Χάρου, Αλέκου Φασιανού, Χρίστου Καρρά, Κώστα Τσόκλη, Παύλου Σάμιου, Παναγιώτη Τέτση, Άγγελου Παπαδημητρίου, Σπύρου Παπαλουκά, Μάρως Μιχαλακάκου και Ιάσονα Μέγκουλα (Cacao Rocks).

Μάλιστα, πέρα από τη φωτογραφία και τα στοιχεία κάθε έργου, το καλόγουστο ημερολόγιο φέρει πάντα στην πίσω πλευρά του αναλυτικό πληροφοριακό υλικό για τον εκάστοτε τιμώμενο καλλιτέχνη, με στόχο το κοινό να σχηματίζει μια πλήρη εικόνα για το έργο του.

Αλέξης Ακριθάκης, «Χωρίς τίτλο (12 ιστορίες)», 1973 | Ημερολόγιο 2024

Φέτος, το ημερολόγιο του 2024, είναι αφιερωμένο στον σπουδαίο Έλληνα ζωγράφο της μεταπολεμικής εποχής Αλέξη Ακριθάκη και συγκεκριμένα στο έργο του «Χωρίς τίτλο (12 ιστορίες)», 1973. Πρόκειται για μία συλλογή από μοτίβα που έχουν κάτι να αφηγηθούν. Που μιλούν, χωρίς λέξεις. Που «αγγίζουν» την ποίηση, ενώ είναι ζωγραφική… Αυτό άλλωστε χαρακτήριζε την τέχνη του Αλέξη Ακριθάκη.

Όπως ο ίδιος έγραψε το 1973:

“Από πολύ μικρός είχα το ψώνιο της ζωγραφικής. Ήμουνα σίγουρος πως μια μέρα θα γινόμουνα ζωγράφος. Όπως άλλα παιδιά φτιάχνουν ιστορίες με λέξεις, εγώ έφτιαχνα ιστορίες με εικόνες τη μία πλάι στην άλλη, πάνω σε μία κορδέλα χαρτί, που καμιά φορά έφτανε και τέσσερα μέτρα μάκρος. Με αυτό που οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μου νόμιζαν και μου έλεγαν πως ήταν τέχνη, τους εμπόδιζε να με πάρουν στα σοβαρά, αλλ’ όχι για τους λόγους που συνήθως δεν παίρνουν οι μεγάλοι στα σοβαρά ένα παιδί”.

Ο Αλέξης Ακριθάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 και έφυγε από τη ζωή, στην ίδια πόλη, το 1994. Το 1968 φτάνει με υποτροφία της DAAD στο Βερολίνο όπου θα εγκατασταθεί και θα παράξει μεγάλο μέρος του έργου του, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η ζωγραφική του θα αναδυθεί μέσα από τους κύκλους των συγγραφέων και των διανοούμενων της δεκαετίας του ’60 στο Παρίσι και την Αθήνα.

Η λογοτεχνία και η ποίηση θα αποτελέσουν χαρακτηριστικά του έργου του που θα ξεχωρίσει σαν μοναδική περίπτωση της Ελληνικής τέχνης. Η ζωγραφική του Αλέξη Ακριθάκη θα αποτελέσει ζωγραφική της εποχής της, ιδιοσυγκρασιακή και πρωτότυπη, που αναπτύσσεται ανεξάρτητα από τις παραδόσεις της ζωγραφικής, χωρίς να επιδιώκει συνέχειες ή ρίξεις. Η ιδιαίτερη χρήση του χρώματος, και το πλήθος συμβόλων (όπως η βαλίτσα που θα αποτελέσει κεντρικό μοτίβο του έργου τα χρόνια του ’70) και ο συχνά αφηγηματικός χαρακτήρας του έργου, το καθιστούν άμεσα αναγνωρίσιμο, ενώ η ευθύτητα της γραφής χαρίζει στα έργα του φρεσκάδα η οποία παραμένει διαχρονική.

Στη ζωγραφική είναι περιττά τα λόγια, στην ποίηση είναι περιττά τα σχέδια.

Κι όμως σχεδιάζεις ένα ποίημα ή γράφεις μια ζωγραφική.

Αλέξης Ακριθάκης