Δωδώνη: Το success story της διάσωσής της και η νέα εποχή με την Vivartia

Υπό τον ολοκληρωτικό έλεγχο της Vivartia περνά πλέον η γαλακτοβιομηχανία Δωδώνη, με την CVC Capital Partners να αποκτά και το εναπομείναν 22% των μετοχών από την -ρωσικών συμφερόντων- SI Foods.

Η κίνηση αυτή έρχεται περίπου δυόμισι χρόνια μετά την εξαγορά του 78% της Δωδώνη από το αμερικανικό επενδυτικό κεφάλαιο. Πλέον ο πλήρης έλεγχος της Δωδώνη περνάει στη Vivartia με την CVC να έχει εξαγοράσει το πλειοψηφικό πακέτο της Δωδώνη μέσω της Venetiko Holdings, την οποία απορρόφησε η Vivartia το περασμένο καλοκαίρι. Με την συμφωνία αυτή πέφτει ουσιαστικά η αυλαία στην προσπάθεια αναδιάρθρωσης της Δωδώνη, η οποία διήρκεσε λίγο περισσότερο από 10 χρόνια και, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε, ολοκληρώθηκε με επιτυχία.

Η πρώτη ιδιωτικοποίηση του ελληνικού κράτους

Υπενθυμίζεται ότι η Αγροτική Τράπεζα είχε πουλήσει τη Δωδώνη στην SIF, έναντι 21 εκατ. ευρώ, όταν η ελληνική τράπεζα είχε τεθεί σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης. Επρόκειτο μάλιστα για μία ιστορική συμφωνία, αφού μιλάμε για την πρώτη ιδιωτικοποίηση από το ελληνικό κράτος κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η οποία άλλαξε σε μεγάλο βαθμό το «σκηνικό» της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Εν μέσω του εξαιρετικά ασφυκτικού οικονομικού περιβάλλοντος, η Δωδώνη, που είχε τον άτυπο τίτλο του μεγαλύτερου παραγωγού φέτας στην Ελλάδα, βρέθηκε πολύ κοντά στην οριστική χρεοκοπία, με σημαντικά αδιάθετα αποθέματα, υψηλά χρέη σε τράπεζες και αγρότες και έχοντας υποστεί τις συνέπειες μακροχρόνιας αποεπένδυσης.

Τελικά, παρά τις αντιδράσεις που υπήρχαν από παραγωγούς της Ηπείρου (οι οποίοι ήταν μέτοχοι μειοψηφίας και συμμετείχαν στον διαγωνισμό, από κοινού με την εταιρεία εμφιαλώσεως Βίκος, αλλά η προσφορά τους αποκλείστηκε από την τελική φάση) η συμφωνία ολοκληρώθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή το πλάνο εξυγίανσης της γαλακτοβιομηχανίας.

Από την χρεοκοπία στην επιτυχία

Από το 2013, οι νέοι ιδιοκτήτες ξεκίνησαν ένα φιλόδοξο, μακροπρόθεσμο σχέδιο αναδιάρθρωσης για την εξυγίανση της εταιρείας, διατηρώντας παράλληλα τα υψηλά πρότυπα ποιότητας και τις αυθεντικές πρακτικές παραγωγής, διαφυλάσσοντας την εμβληματική κληρονομιά της Δωδώνη στη βορειοδυτική Ελλάδα.

Όχι μόνο εξοφλήθηκαν πλήρως όλα τα χρέη της εταιρείας προς τις τράπεζες και πάνω από 5.000 παραγωγούς γάλακτος, αλλά η εταιρεία προχώρησε έκτοτε στην αγορά πάνω από 750 εκατ. λίτρων γάλακτος παρέχοντας ισχυρή οικονομική ώθηση στην περιφέρεια της Ηπείρου.

Τα τελευταία 10 χρόνια η Δωδώνη κατάφερε επίσης να διπλασιάσει σχεδόν τις συνολικές πωλήσεις της και να τριπλασιάσει τις εξαγωγές της.

Με την αρχική τους τοποθέτηση και τις επακόλουθες επενδύσεις, τα τελευταία 10 χρόνια, η SIF εξασφάλισε την εισροή σχεδόν 75 εκατομμυρίων ευρώ στην ελληνική οικονομία. Επιπροσθέτως, η απασχόληση αυξήθηκε από 270 σε 490 θέσεις εργασίας στην Ελλάδα (+81%) πλέον των 130 νέων υπαλλήλων στο εργοστάσιο που κατασκευάστηκε στην Κύπρο. Επιπλέον, η SIF έδωσε τη δυνατότητα στη Δωδώνη να καταστεί μία από τις κορυφαίες γαλακτοβιομηχανίες, όσον αφορά στη βιωσιμότητα (sustainability), κατατασσόμενη στο 1% των κορυφαίων γαλακτοβιομηχανιών στον κόσμο.

Και στο βάθος… συνένωση με ΔΕΛΤΑ

Ήταν Απρίλιος του 2023 όταν ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΛΤΑ, Χρήστος Τσόλκας, είχε παραδεχτεί, μιλώντας σε δημοσιογράφους, ότι το ενδεχόμενο συνένωσης με την Δωδώνη είναι εξαιρετικά πιθανό, τονίζοντας πάντως ότι οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν από την CVC Capital.

Τότε, είχε σημειωθεί ότι κομβικό ρόλο στις εξελίξεις θα διαδραματίσει το γεγονός αν τελικά θα ολοκληρωθεί η εξαγορά και του υπόλοιπου ποσοστού της SI Foods, ή αν οι Ρώσοι θα προσφέρουν τις μετοχές τους για να αποκτήσουν ένα -μονοψήφιο- ποσοστό στο νέο brand. Τώρα που το ερώτημα αυτό απαντήθηκε, μένει να φανεί αν, και με τι ταχύτητα, θα προχωρήσουν οι διαδικασίες για την συνένωση της ΔΕΛΤΑ με τη Δωδώνη και τη δημιουργία ενός νέου brand.

Πάντως, παρά το γεγονός ότι και οι δύο αυτές εταιρείες ανήκουν στη CVC Capital, ακολουθούν ξεχωριστή πορεία και λειτουργούν εντελώς ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Διαθέτουν δηλαδή τόσο τα δικά τους στελέχη, όσο και ανεξάρτητο δίκτυο διανομής και παρουσία στην αγορά. Αυτό πάντως, σε περίπτωση που οι συνομιλίες έχουν θετική κατάληξη μάλλον θα αλλάξει, με τις δύο εταιρείες να ενώνουν τις δυνάμεις τους.