Η διαδρομή που οδηγεί το Πλαίσιο στο 2030

Την επόμενή του μέρα έχει ήδη ξεκινήσει να σχεδιάζει το Πλαίσιο. Η εταιρεία που από ένα μικρό κατάστημα της οδού Στουρνάρα στα Εξάρχεια το 1969 με ιδρυτή τον Γιώργο Γεράρδο, έχει καταφέρει σήμερα να αποτελεί έναν από τους μεγάλους παίκτες της αγοράς ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών.

Η έξοδός της από το Χρηματιστήριο Αθηνών πριν από λίγους μήνες, στάθηκε για κάποιους αφορμή να διαδώσουν σενάρια περί ενδεχόμενης πώλησης ή εισόδου επενδυτή στην επιχείρηση. Είδηση που παρόλ’ αυτά διαψεύδεται κατηγορηματικά και με κάθε τρόπο από τους ανθρώπους της εταιρείας και ειδικότερα από τον αντιπρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της αλυσίδας, Κώστα Γεράρδο, ο οποίος είναι το πρόσωπο που οδηγεί στα επόμενα βήματα το Πλαίσιο, χαράσσοντας με κάθε λεπτομέρεια και με συνεπή σχεδιασμό το project «Πλαίσιο 2030». 

Αφετηρία το 1969 από τη Στουρνάρα

Η διαδρομή για τον Γιώργο Γεράρδο ξεκίνησε το 1969. Ακόμα φοιτητής, αποφάσισε τότε να υλοποιήσει την επιχειρηματική ιδέα που είχε στο μυαλό του. Με αρχικό κεφάλαιο 80.000 δραχμών, το οποίο συγκέντρωσε από συγγενείς και φίλους, ξεκίνησε την προσπάθειά του σε ένα κατάστημα με επιφάνεια μόλις 12 τετραγωνικών μέτρων στην οδό Στουρνάρη 24 πίσω από το Πολυτεχνείο. Τότε γεννήθηκε το πρώτο Πλαίσιο, το οποίο αρχικά πωλούσε είδη σχεδίου σε μηχανικούς. Μάλιστα, η διαδρομή της εποχής εκείνης ήταν σχεδόν προκαθορισμένη για τους περισσότερους φοιτητές. Η αρχή γινόταν από το «Νέον» στην Ομόνοια για πρωινό, ακολουθούσε η βόλτα στη Στουρνάρη και ο καφές στα Εξάρχεια με μία σακούλα Πλαίσιο στο χέρι.

Σήμερα το Πλαίσιο έχει εξελιχθεί σε έναν πολυδιάστατο retailer, ο οποίος επενδύει στην τεχνολογία και στις υποδομές, ειδικά σε αποθήκες, προκειμένου να στηρίξει το μοντέλο λειτουργίας του. Στον τομέα των επενδύσεων, το Πλαίσιο έχει προγραμματίσει να ξοδέψει 40 εκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη του δικτύου των καταστημάτων του καταστημάτων, για την ενίσχυση του e-commerce. Στο επίκεντρο όμως των επενδύσεων αυτών βρίσκεται η τεχνολογία, οι υποδομές καθώς και συστήματα για τα logistics με ορίζοντα υλοποίησης του πλάνου έως και το 2026. Μάλιστα, οι επενδύσεις μόνο για logistics υπολογίζεται ότι θα αγγίξουν τα 14 εκατομμύρια ευρώ. Με τον τρόπο αυτόν θα δημιουργηθεί μία νέα σύγχρονη αποθήκη, με σκοπό την διακίνηση των μικρών παραγγελιών. 

Οι επενδύσεις

Στο πλάνο της εταιρείας έως και το 2030 περιλαμβάνονται έξι επιμέρους πυλώνες: η ισχυροποίηση των logistics, η ενίσχυση της προσωποποιημένης εξυπηρέτησης του πελάτη με επένδυση σε ΙΤ, η δημιουργία νέων καταστημάτων, η ενίσχυση του e-commerce, η δυνατότητα να αποτελέσει εργοδότη επιλογής υποψηφίων ή και υφιστάμενων εργαζόμενων καθώς και η προσήλωση στο ESG. 

Το Πλαίσιο ποντάρει σε παραγγελίες μεγάλης κλίμακας με χαμηλό κόστος ανά παραγγελία αλλά και στο on demand delivery με παραδόσεις σε μισή ώρα απ’ τη στιγμή που θα παραγγείλει ο πελάτης του το οτιδήποτε. Όμως και το slot delivery με παράδοση εντός δύο ωρών αλλά και τα μικρά πακέτα με τη χρήση ρομποτικών συστημάτων, είναι μεταξύ των βλέψεων της διοικητικής ομάδας της επιχείρησης. Στόχευση αποτελούν όπως προαναφέραμε και οι προσωποποιημένες πωλήσεις με επενδύσεις στους τομείς του cdp και cpm, που θα έχουν την δυνατότητα να αποκρυσταλλώνουν τις επιθυμίες και τις ανάγκες του κάθε καταναλωτή ξεχωριστά. Σε ό,τι αφορά το ηλεκτρονικό εμπόριο αποτελεί σταθερό σημείο στρατηγικής, καθότι αυτή τη στιγμή φέρνει το 14% του τζίρου της αλυσίδας και τα νέα καταστήματα βρίσκονται στο πλάνο. Το Πλαίσιο διατηρεί το μικρότερο δίκτυο σε σχέση με τον ανταγωνισμό του – Public και Κωτσόβολο – και έχει την δυνατότητα να το διευρύνει σημαντικά μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια σε περιοχές όπου δεν έχει παρουσία τώρα. 

Η έξοδος από το Χρηματιστήριο Αθηνών

Πρόσφατα ο Κώστας Γεράρδος αναφέρθηκε στους λόγους που μεταξύ άλλων οδήγησαν σε απόφαση για την έξοδο από το Χρηματιστήριο Αθηνών. Όπως είπε: «το Χρηματιστήριο είναι ένας φοβερός οργανισμός για την άντληση κεφαλαίων αλλά και για να χτίσει κανείς μία διαρκώς αυξανόμενη αξία για την εταιρεία του. Για να τα πετύχει κάποιος αυτά πρέπει να έχει κάποια εργαλεία στη διάθεσή του. Το μέγιστο από αυτά τα εργαλεία είναι ότι μία οντότητα θα πρέπει να προσφέρει ένα business case και με βάση αυτό το μοντέλο να προβλέψει που θα βρίσκεται στην επόμενη τριετία.

Με βάση λοιπόν αυτές τις προσδοκίες χτίζει κανείς και ένα χρηματιστηριακό case, και αυξάνει πιθανώς την αξία της εταιρείας του. Εμείς ποτέ δεν μπορέσαμε να δημιουργήσουμε ένα business case. Επομένως δεν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε χρηματιστηριακή αξία που να είναι ανάλογη του brand, αξιοποιώντας τα εργαλεία που μας προσέφερε το Χρηματιστήριο».