Πώς η ιστορία της Άμβυξ συνάντησε τον οίνο

Η εταιρεία επενδύει στοχευμένα στον τομέα οίνου, με νέες συνεργασίες και δικό της brand

Παρά το γεγονός ότι η Άμβυξ έχει ταυτιστεί διαχρονικά με την εισαγωγή και τη διανομή αλκοολούχων ποτών, η σχέση της ιδιοκτήτριας οικογένειας Ρεβάχ με τον οίνο ξεκίνησε το 2010, όταν δημιούργησε το Τμήμα Οίνου Oenothèque και ενέταξε στο χαρτοφυλάκιό της τα Κτήματα Άλφα, Αργυρού και Τσέλεπου. Σήμερα, η εταιρεία διευρύνει τη δραστηριότητά της με δικό της brand και νέες συνεργασίες, με στόχο να κατακτήσει τη Νο1 θέση και στο κρασί.

Η Άμβυξ μετρά 106 χρόνια ξεχωριστής πορείας στην επιχειρηματική ζωή της χώρας. Όλα ξεκίνησαν το 1917, όταν ο Αλβέρτος Ρεβάχ, μαζί με δύο συνεργάτες του, ίδρυσαν μια μικρή εμπορική και εισαγωγική εταιρεία στη Θεσσαλονίκη με αντικείμενο τα τρόφιμα, τα οινοπνευματώδη ποτά και τα κρασιά από ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ διένειμαν και επώνυμες ελληνικές μάρκες τροφίμων και ποτών της εποχής, ως αντιπρόσωποι Βορείου Ελλάδος. Η συνεργασία με τη Moët & Chanton ήταν η πρώτη επιτυχημένη εμπορική κίνηση της επιχείρησης.

Η κάθοδος στην Αθήνα και το πλούσιο χαρτοφυλάκιο

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή ανέτρεψαν τα πάντα και οδήγησαν τον Ρεβάχ στην Αθήνα, όπου η οικογένεια Σερπιέρι -τότε ιδιοκτήτες αμπελουργικών εκτάσεων και των Μεταλλείων Λαυρίου- τον βοήθησαν να λάβει την ιταλική υπηκοότητα. Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας οδηγήθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, δραπέτευσε, επέστρεψε στην Αθήνα και δέχτηκε την βοήθεια και προστασία της οικογένειας Παπαδοπούλου, της γνωστής μπισκοτοβιομηχανίας.

Το 1946, ο Αλβέρτος Ρεβάχ ξανάρχισε την εταιρεία με έδρα την Αθήνα και δύο δεκαετίες αργότερα έχασε τη μάχη με τον διαβήτη. Μετά τον θάνατό του, ο 21χρονος μοναχογιός του, Ισίδωρος Ρεβάχ, κληρονόμησε την επιχείρηση ο οποίος συνεργάστηκε με τον ξάδερφό του, Μωυσή Ναχμία, εστιάζοντας πλέον αποκλειστικά στην αγορά οίνων και ποτών. Το 1967 η εταιρεία έλαβε την ονομασία “Άμβυξ” -από την αρχαία ελληνική λέξη που σημαίνει το τμήμα του αποστακτήρα με το χαρακτηριστικό καμπυλόμορφο σχήμα- και έγινε ανώνυμη εταιρεία.

Το 1984 στάθηκε ένα έτος-ορόσημο για την εταιρεία, καθώς τότε ξεκίνησε τη διανομή της μάρκας Perrier στην ελληνική αγορά. Μέχρι και το 1999, χρονιά που η Άμβυξ σταμάτησε τη διανομή του, λόγω εξαγοράς της μάρκας από την Nestlé, το Perrier έχει γίνει ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης στην αγορά του ανθρακούχου μεταλλικού νερού στην Ελλάδα.

Μερικά χρόνια αργοτερα, το 1989, ήρθε η ώρα για την Άμβυξ λανσάρει για πρώτη φορά στην Ελλάδα την μπύρα Bud και τη βότκα Absolut που διατήρησε μέχρι το 2009, όταν το brand πουλήθηκε στην Pernod Ricard, οδηγώντας στη διακοπή της συνεργασίας και στην απώλεια του 32% του τζίρου της εταιρείας την περίοδο εκείνη.

Το 1995 ήρθε ένα νέο σημαντικό συμβόλαιο με την Jim Beam, για την αποκλειστική διανομή των προϊόντων της, η ένταξη στο χαρτοφυλάκιο των Grant’s και Glenfiddich και το 1999, σε συνεργασία με την Campari International (συνεργάτη της από το 1917), η Άμβυξ άρχισε να διανέμει στην ελληνική αγορά το Ούζο 12, έχοντας εξαγοράσει από κοινού με την Campari το προϊόν από τον προηγούμενο πολυεθνικό ιδιοκτήτη του.

Στις αρχές του 2016, η εταιρεία ανακοίνωσε συμφωνία με την Bacardi, για την ανάληψη της διανομής, εμπορίας και marketing του συνολικού χαρτοφυλακίου premium και super premium των προϊόντων της στην ελληνική αγορά, ενώ πέντε χρόνια αργότερα το σήμα πέρασε στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία. Την ίδια χρονιά ανέλαβε τη διανομή των 3 Cents, που πέρασε πέρυσι σε θυγατρική της Coca-Cola HBC.

Η παρουσία της στο χώρο του κρασιού

Η σχέση της Άμβυξ με τον οίνο ξεκίνησε το 2010, όταν δημιούργησε το Τμήμα Οίνου Oenothèque και ενέταξε στο χαρτοφυλάκιό της τα Κτήματα Άλφα, Αργυρού και Τσέλεπου. Σήμερα η εταιρεία, που δραστηριοποιείται σε 17 κατηγορίες, από αλκοολούχα και μη αλκοολούχα ποτά μέχρι σιρόπια, αντιπροσωπεύει 25 οίκους με 66 brands. Μετά τις τελευταίες της συνεργασίες, διαθέτει 5 ελληνικά σήματα, αντιπροσωπεύοντας τέσσερα κτήματα (Alpha Estate, Ktima Palivou, Kokotos Estate και Moraitis Estate) και το δικό της Βορράστρι. Επιπλέον, διαθέτει συνεργασίες με τρία ξένα κτήματα, από Νέα Ζηλανδία (Cloudy Bay), Αργεντινή (Terrazas) και πρόσφατα από την Προβηγκία της Γαλλίας (Chateau), ενώ είναι κοντά σε συμφωνία και με νέο σήμα από την Προβηγκία. Από τις πλέον επιτυχημένες συνεργασίες της είναι αυτή με το Κτήμα Alpha, που ξεκίνησε το 2010, με παραγωγή το 2022 πάνω από 1,2 εκατ. φιάλες. Η εταιρεία στρέφεται και στην Κρήτη και την Κεντρική Ελλάδα με έμφαση στην Εύβοια και την Θεσσαλία, προκειμένου να αναζητηθούν σε δεύτερο χρόνο νέες συνεργασίες με οινοποιεία.

Το Βορράστρι

Ταυτόχρονα, η Άμβυξ επιδιώκει να κερδίσει μερίδια από την κατανάλωση χύμα κρασιού στην εστίαση μέσα από το δικό της σήμα Βορράστρι, που απευθύνεται αποκλειστικά στην αγορά horeca, σχεδιάστηκε και ελέγχθηκε σε όλα τα στάδια παραγωγής του από την Αμβυξ, διαθέτει τρεις κωδικούς και παράχθηκε στη Διόνυσος Οινοποιητική στην Κόρινθο, σε 100.000 φιάλες. Είναι προσιτό και στοχεύει σε υψηλούς όγκους πωλήσεων, με τιμή καταλόγου 4,20 ευρώ. Προς το παρόν η εταιρεία δεν στοχεύει με το συγκεκριμένο προϊόν στο λιανεμπόριο.

Τα μεγέθη

Η Άμβυξ πραγματοποιεί κύκλο εργασιών 145 εκατ. ευρώ, διαθέτει μηδενικό δανεισμό και συμβάλλει στα δημόσια ταμεία με περίπου 55 εκατ. ευρώ. Το 45% του τζίρου της έρχεται από τα αλκοολούχα ποτά, το 26% από τη σαμπάνια και τα αφρώδη κρασιά, το 16% από το κρασί και το υπόλοιπο αφορά μη αλκοολούχα ποτά (11%) και μπίρες (2%).

Το 2022 η κατηγορία σαμπάνιας και αφρωδών κρασιών εισέφερε περίπου 20 εκατ. ευρώ στον τζίρο, έναντι 16 εκατ. ευρώ που εισέφερε η κατηγορία κρασιού, και πλέον για το 2023 προβλέπει αύξηση του τζίρου στο κρασί, τουλάχιστον στα 20 εκατ. ευρώ. Από φέτος προβλέπεται ότι η κατηγορία σαμπάνιας, αφρωδών κρασιών και οίνου θα αυξήσει το μερίδιό της από 42% αθροιστικά σε 45%-47%. Με ορίζοντα πενταετίας, στόχος της διοίκησης της Άμβυξ είναι ο διπλασιασμός του κύκλου εργασιών της με μεγαλύτερη συνεισφορά της κατηγορίας του κρασιού, όπου στοχεύει σε ηγετική θέση.

Η εταιρεία διαθέτει ιδιόκτητη αποθήκη, περί τα 7 στρέμματα, χωρητικότητας 7.000 παλετών, απ’ όπου διανέμει 22,5 εκατ. φιάλες ετησίως. Απασχολεί περίπου 80 πωλητές, που έχουν φυσική παρουσία σε 25 πόλεις και 36 συνολικά, καθώς και 59 νησιά, καλύπτοντας την ελληνική αγορά από τη Θράκη μέχρι την Κρήτη και από την Κεφαλονιά μέχρι τη Σάμο.