Η πορεία και το αναπτυξιακό πλάνο της Μύλοι Λούλη

Επιδίωξη η ενίσχυση πωλήσεων σε Ελλάδα και Βουλγαρία

Από το 1872 που η επιχείρηση έκανε τα πρώτα της βήματα στην Αετοράχη Ιωαννίνων με τον πετρόμυλο του Ζώη Λούλη μέχρι τη σημερινή δραστηριότητα της μεγαλύτερης αλευροβιομηχανίας της Ελλάδας, έχουν περάσει δύομισι αιώνες. Χρόνος αρκετός για την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και την ανάπτυξη παραγωγικών μονάδων σε Σούρπη Μαγνησίας, Βουλγαρία και Κερατσίνι. Χρόνος απαραίτητος για την ευόδωση των σχεδίων κάθε γενιάς της οικογένειας που πρόσθετε με τη σειρά της το δικό της λιθαράκι.

Ο Νίκος Λούλης, που βρίσκεται αυτήν τη στιγμή επικεφαλής της εταιρείας ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, αποτελεί την 7η γενιά της, που διεύρυνε τον παραγωγικό τομέα της εταιρείας σε είδη και χώρες, έθεσε νέα επενδυτικά πλαίσια και έδωσε εξωστρεφή χαρακτήρα στην μικρή άλλοτε οικογενειακή επιχείρηση. Εξελίχθηκε τον Ιούνιο του 2022 στον όμιλο Loulis Food Ingredients που διαθέτει τα brands Μύλοι Λούλη για τα άλευρα προς επαγγελματίες του χώρου τροφίμων, Μύλοι Αγίου Γεωργίου για τα άλευρα προς καταναλωτές, το Kenfood για τις πρώτες ύλες και τα μίγματα στον χώρο του horeca, το Easy Bake για τα μίγματα προς καταναλωτές και το Kaizen για τα premium μείγματα για τους αρτοποιούς.

Εξαγορές και επενδύσεις

Όχι τυχαία. Με όλη την οικογένεια να δραστηριοποιείται στο συγκεκριμένο πεδίο και μετά τη μετακόμισή της στο Βόλο το 1898, την απόκτηση του 25% των Μύλων Αλλατίνη το 1924, τη μετατροπή της εταιρείας σε ανώνυμη μόλις τρία χρόνια μετά, και την κατασκευή του νέου τους μύλου το 1929 στον όρμο Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι, η οικογένεια Λούλη έμεινε στοχοπροσηλωμένη στην ανάπτυξη.

Το 1951 εισήχθη η Κυλινδρόμυλος -πλέον- Λούλη Α.Ε. εισήχθηε στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Το 1995 εξαγόρασε τον Μύλο Σιμιτζή στην Καβάλα, ανακαινίζοντας εκ βάθρων τις εγκαταστάσεις και επενδύοντας σε καινούριο μηχανολογικό εξοπλισμό. Μια τετραετία αργότερα εξαγόρασε το 52% του μεγαλύτερου ανταγωνιστή της, των Μύλων Αγίου Γεωργίου, με την πρώτη να διοικείται τότε από τον Κωνσταντίνο Λούλη. Για να αντιληφθεί κανείς τις ισορροπίες της εποχής και της εξαγοράς, αρκεί να αναφερθεί ότι ο κύκλος εργασιών της Μύλοι Λούλης ήταν 47,4 εκατ. ευρώ και της Μύλοι Αγίου Γεωργίου 50,4 εκατ. ευρώ το 1999, όταν έγινε η εξαγορά. Το 2004 η Μύλοι Λούλη προχωρούσε στην πλήρη απορρόφηση της Μύλοι Γεωργίου, κατέχοντας πλέον το 100% των μετοχών της δεύτερης.

Τα τελευταία χρόνια ο όμιλος είχε θέσει σε εφαρμογή την υλοποίηση ενός επενδυτικού πλάνου συνολικού ύψους 25 εκατομμυρίων ευρώ. Το ποσό αφορούσε τόσο στην εξαγορά της Kenfood και της μονάδας της στη Θήβα το 2015 και την επέκταση στα έτοιμα μείγματα, όσο και σε μία ακόμα εξαγορά, αυτήν της βιομηχανικής εγκατάστασης στην περιοχή του Toshevo στην Βουλγαρία το 2018. Από το πλάνο όμως δεν λείπουν νέες επενδύσεις, όπως η προοπτική κατασκευής ενός ακόμη μύλου. Δύο χρόνια αργότερα ο όμιλος εξαγόρασε τον παραγωγικό εξοπλισμό των Μύλων Χατζηκρανιώτη, μίας ιστορικής επιχείρησης στον τομέα της αλευροποιίας, εισηγμένης στο Χρηματιστήριο, η οποία υπό την πίεση των χρεών διέκοψε τη λειτουργία της.

Ο όμιλος Al Dahra

Εκτός από την οικογένεια Λούλη που έχει την πλειοψηφία των μετοχών του ομίλου, στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυτή την στιγμή συμμετέχει ένα από τα σημαντικότερα και πιο μεγάλα funds στον τομέα των τροφίμων, η Al Dahra Company, με έδρα το Άμπου Ντάμπι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Πρόκειται για μία στρατηγική συνεργασία των δύο πλευρών, η οποία ξεκίνησε να υλοποιείται τον Μάιο του 2013 με την απόκτηση του 10% των μετοχών της ελληνικής επιχείρησης, ενώ με την αύξηση κεφαλαίου που ακολούθησε από πλευράς των Αράβων, το ποσοστό τους ανήλθε στο 20% με προοπτική κάποια στιγμή να αυξηθεί ακόμη περισσότερο.

Αύξηση τζίρου το 2022

Η εταιρεία αύξησε τον τζίρο της στα 197,91 εκατ. ευρώ από 134,91 εκατ. ευρώ το 2022 σημειώνοντας αύξηση κατά 46,7% μέρος της οποίας οφείλεται και στις ανατιμήσεις στις οποίες προχώρησε ως αντιστάθμιση της πρωτοφανούς αύξησης των τιμών των πρώτων υλών, των βοηθητικών υλών και του κόστους ενέργειας. Στην αύξηση των πωλήσεων σημαντική είναι η συνεισφορά και της δραστηριότητας στη Βουλγαρία, όπου ο κύκλος εργασιών υπερδιπλασιάστηκε φτάνοντας στα 20,6 εκατ. ευρώ από 9,3 εκατ. ευρώ το 2021 με EBITDA στα 2 εκατ. ευρώ από 76.524 ευρώ.

Το τριετές πλάνο

Μέχρι το 2025 η διοίκηση του ομίλου στοχεύει στην ανάπτυξη των πωλήσεων στο κανάλι horeca και στο bakery, στην ενίσχυση των λιανικών πωλήσεων αλλά και στην ανάπτυξη του δικτύου πωλήσεων και τη μεγαλύτερη κερδοφορία στη Βουλγαρία. Για τη φετινή χρονιά, ωστόσο, η πορεία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πρόσθετη αβεβαιότητα στην εγχώρια αλλά και στην παγκόσμια αγορά ως αποτέλεσμα των εντεινόμενων γεωπολιτικών εντάσεων και του δύσκολου μακροοικονομικού περιβάλλοντος με τις πληθωριστικές πιέσεις, τις αυξήσεις στα επιτόκια και τις αναταράξεις στην αγορά ενέργειας.

Η ελληνική αλευροβιομηχανία έχει θέσει ως στόχο της, εξάλλου, την εξοικονόμηση ενέργειας. Στην κατεύθυνση αυτή προχώρησε στην ίδρυση θυγατρικής με την επωνυμία “LEP Ενεργειακή Κοινότητα Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης”. Η Ενεργειακή Κοινότητα είναι αστικός συνεταιρισμός αποκλειστικού σκοπού, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με βασικό αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή, διανομή και εμπορία ηλεκτρικού ρεύματος από σταθμούς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στην εταιρεία με αρχικό κεφάλαιο 60.000 ευρώ συμμετέχει με 20% η μητρική Loulis Food Ingredients και οι θυγατρικές εταιρείες Kenfood και Loulis Logistics Services με ποσοστό 20% η καθεμία.