Γιάννης Τσέλεπος, ο Κύπριος που «παντρεύτηκε» το ελληνικό κρασί

Μπορεί ο Γιάννης Τσέλεπος να έχει τις ρίζες του στην Κύπρο, ωστόσο είναι από τους οινοποιούς στους οποίους το ελληνικό κρασί τα τελευταία χρόνια οφείλει πολλά από τα βήματα της ανάπτυξής του και ταυτόχρονα της αναβίωσης των γηγενών ποικιλιών. Ο Τσέλεπος, έχει επενδύσει σε πολλά διαφορετικά μέτωπα όπως η Μαντινεία Αρκαδίας όπου διατηρεί οινοποιείο και αμπελώνες, η Νεμέα καθώς και η Σαντορίνη όπου ο ίδιος συνεργάζεται με την Κάναβα Χρυσού. Μέλημά του αποτελεί να προσφέρει το κάτι ξεχωριστό που ο κάθε τόπος έχει να δώσει.  

Η έναρξη από την Πελοπόννησο και τη Μαντινεία

Έγινε γνωστός μέσα από τη δουλειά του στην Πελοπόννησο για πολλά χρόνια, που πλέον ξεπερνούν τα 30, μετά το πέρας των σπουδών του στον τομέα της οινολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ντιζόν, γύρισε στην Ελλάδα το 1981 και εγκαθίσταται στην Αρκαδία. Οι πρώτες φυτεύσεις αμπελιών έγιναν το 1989 και την ίδια χρονιά ιδρύθηκε η εταιρεία «Κτήμα Τσέλεπου». Βήμα διαφοροποίησης για τα οινικά δεδομένα της Ελλάδας αποτέλεσε το 1997 η παραγωγή του Amalia Brut, ενός αφρώδους κρασιού που φτιάχνεται με την παραδοσιακή μέθοδο ζύμωσης που εφαρμόζεται και στην περίπτωση της σαμπάνιας. 

Η ταύτισή του ιδίου με συγκεκριμένες ποικιλίες και την ανάδειξή τους, ξεκίνησε αρχικά με το Μοσχοφίλερο στην περιοχή της Μαντινείας και ακολούθησε το Αγιωργίτικο της Νεμέας. Ανέκαθεν η φιλοσοφία που διατηρούσε και την ακολουθεί απαρέγκλιτα έως και σήμερα, είναι ότι οι ποικιλίες με τις οποίες ασχολείται θα πρέπει να είναι ΠΟΠ. Γι’ αυτό και ασχολήθηκε τόσο με το ΠΟΠ Μοσχοφίλερο Μαντινείας, όσο και με το ΠΟΠ Αγιωργίτικο Νεμέας. Συχνά αιχμηρός στο λόγο του, είναι χειμαρρώδης και πληθωρικός ως χαρακτήρας και ως προσωπικότητα, θεωρείται σήμερα και όχι άδικα από εκείνους που έχουν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα στην οινική διαδρομή της Ελλάδας έως τώρα. 

Το «ταξίδι» στη Σαντορίνη και το διεθνώς αναγνωρισμένο brand

Στην πορεία προέκυψε κατά κάποιον τρόπο από ανάγκη, η επιθυμία του οινολόγου και οινοποιού να ασχοληθεί με την οινική ζώνη της Σαντορίνης. Ήταν ένας τρόπος να αναδείξει μία ακόμα περιοχή με ΠΟΠ κρασί, η οποία προσέφερε και προσφέρει ισχυρές εξαγωγικές προοπτικές και ένα brand name όπως αυτό του αιγαιοπελαγίτικου νησιού, με παγκόσμια απήχηση και ζήτηση. Προσπάθειες όπως η δική του, του Βαγγέλη Γεροβασιλείου, του Άγγελου Ιατρίδη από το Κτήμα Άλφα έφεραν σταδιακά στο προσκήνιο ένα νέο πρόσωπο για το ελληνικό κρασί, που ταυτόχρονα είχε ζήτηση και στο εξωτερικό.

Στη Σαντορίνη ο γνωστός οινοποιός επιδίωξε από το 2013 και ύστερα να αναβιώσει τον υπεραιωνόβιο αμπελώνα, συνταιριάζοντας το δικό του όραμα με εκείνο της οικογένειας Χρυσού. Μέσα από αυτή τη σύμπραξη έλαβαν πνοή η παλαιά Κάναβα της οικογένειας Χρυσού και οι αμπελώνες των 120 στρεμμάτων στον Πύργο, στο Εμπορείο και στο Μεγαλοχώρι. Μέλημα της κοινής αυτής προσπάθειας ήταν να πείσει την αγορά, εγχώρια και ξένη, πως τα κρασιά της Σαντορίνης ανήκουν δικαιωματικά στην ξεχωριστή κατηγορία των super premium οίνων. Σε αυτό συνέτεινε το γεγονός ότι η εταιρεία είναι ιδιαίτερα εξωστρεφής με έντονη εξαγωγική δραστηριότητα προς Αμερική (ΗΠΑ, Καναδά) και Ασία (Κίνα), όπου εξάγεται το 80% της παραγωγής.

Επέκταση και σε άλλες ζώνες με ΠΟΠ 

Επιθυμία του Γιάννη Τσέλεπου για τα επόμενα χρόνια είναι να επεκταθεί με επενδύσεις και σε άλλες περιοχές που μπορούν να προσφέρουν ΠΟΠ ποικιλίες, όπως είναι το Ξινόμαυρο στην περιοχή του Αμυνταίου. Συνοδοιπόροι του σε αυτή την προσπάθεια αποτελούν τα τελευταία χρόνια ο γιος του Άρης και η κόρη του Ανδριανή.

Όλα αυτά τα χρόνια συνεχίζει να διατηρεί μία σχέση ιδιαίτερα έντονη με το κρασί. Που την εκφράζει σε κάθε ευκαιρία και έκφανση της καθημερινότητας αλλά και της ζωής του ευρύτερα.  Περιγράφοντας αυτή την αμοιβαία “συναλλαγή”, ο ίδιος έχει περιγράψει ότι:

“Η σχέση μου με το αμπέλι και το κρασί είναι βιωματική, ολοκληρωτική και πιστεύω πως με έχει κάνει σοφότερο και καλύτερο σαν άνθρωπο. Γοητευμένος από την πρώτη στιγμή από το οικοσύστημα της Αρκαδίας, ασχολήθηκα με την ποικιλία Μοσχοφίλερο.Πρόκειται για την ποικιλία που ανέδειξα από το τέλμα της αφάνειας, οινοποιώντας την μονοποικιλιακά και αναδεικνύοντας όλες τις διαστάσεις της. Με την εμπειρία που απέκτησα με την ενασχόλησή μου με το Μοσχοφίλερο, αποφάσισα να συνεχίσω τις οινικές μου εξερευνήσεις με δύο ποικιλίες που αγαπώ εξίσου, το Αγιωργίτικο και το Ασύρτικο, στους κατεξοχήν τόπους καταγωγής τους, καταθέτοντας έτσι την δική μου πρόταση για την απόλυτη έκφραση του terroir τους”.