Tα luxury brands ποτών δραστηριοποιούνται στην αγορά NFTs

Αν και τα κρυπτονομίσματα δεν θεωρούνται από τις πιο αξιόπιστες επενδύσεις, η δίψα των συλλεκτών για NFTs πολυτελείας φαίνεται αδύνατο να σβήσει. Αντιθέτως, μάλιστα, επεκτείνεται και σε άλλους κλάδους πέρα από τη μόδα: τη βιομηχανία των αλκοολούχων ποτών. Έτσι, αρκετά spirit brands έχουν αρχίζει να δραστηριοποιείται έντονα στον ψηφιακό κόσμο.

Πρόσφατα, οι Dewar’s, Hennessy και Orientalist Spirits λάνσαραν νέα NFTs, ακολουθώντας το παράδειγμα των Johnnie Walker και Patrón, οι οποίοι τους τελευταίους μήνες κυκλοφόρησαν NFTs. Γιατί λοιπόν οι μάρκες ποτών πολυτελείας σπεύδουν να υιοθετήσουν αυτή τη νέα τεχνολογία;

Η συλλογή αυτών των ψηφιακών στοιχείων έχει γίνει πολύ δημοφιλής τα τελευταία χρόνια, με χιλιάδες χρήστες του web3 να αναζητούν και να επενδύουν σε αυτά. Ένα είδος ψηφιακού κρυμμένου θησαυρού. Μάλιστα, οι χρήστες πολλές φορές σχηματίζουν και κοινότητες γύρω από τα NFTs. Έτσι, οι πολυτελείς οίκοι μόδας γνωρίζουν από καιρό ότι οι διαδικτυακές κοινότητες, όπως φαίνεται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, μπορούν να είναι εξίσου πολύτιμες με αυτές της πραγματικής ζωής, άρχισαν να επενδύουν τεράστια ποσά σε NFTs και ιδιαίτερα στη δημιουργία τους. Μάλιστα, υπολογίζεται πως οι επενδύσεις που θα γίνουν μόνο από τα luxury brands θα ανέλθουν στα 50 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2030. Τα NFTs, τα αρχικά του “non-fungible token” είναι μοναδικά περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον ψηφιακό κόσμο, τα οποία μπορούν να πουληθούν και να αγοραστούν όπως οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, χωρίς ωστόσο να έχουν δική τους ανταλλάξιμη αξία. Ουσιαστικά, καθώς μιλάμε για τον ψηφιακό κόσμο, όταν κάποιος αγοράσει ένα NFT, αυτό που παίρνει στα χέρια του είναι ένα πιστοποητικό ιδιοκτησίας των ψηφιακών περιουσιακών του στοιχείων. Καθώς ένα ψηφιακό αρχείο θα μπορούσε να αντιγραφεί, η γνησιότητα ενός NFT, και κατ’ επέκταση η κυριότητά του, αποθηκεύεται σε blockchain.

Διαβάστε επίσης: Η LVMH συνεχίζει να ενισχύεται 200 χρόνια μετά τη δημιουργία της Louis Vuitton

Στο πλαίσιο αυτό, οι επιχειρήσεις premium spirits εισέρχονται με την σειρά τους στον χώρο των NFTs, συνειδητοποιώντας τη δύναμή τους. Από την πορεία τους μέχρι τώρα φαίνεται ότι μπορούν να είναι αποτελεσματικά σε τρεις βασικούς τομείς ανάπτυξης ενός brand: τη δημιουργία κοινοτήτων, την ενίσχυση της πιστότητας και την αύξηση της αναγνώρισης τους.

Ήδη, η μάρκα ουίσκι που ανήκει στην Diageo κυκλοφόρησε τουλάχιστον τέσσερα NFTs τον περασμένο χρόνο περιορισμένης έκδοσης, τα οποία απεικονίζουν 1 από τα 75 μπουκάλια Blue Label Ghost έως τα ακόμα πιο σπάνια Master of Flavor ουίσκι ηλικίας τουλάχιστον 48 ετών. Το τελευταίο ήρθε, επίσης, με αποκλειστική εμπειρία γευσιγνωσίας και τιμή 35.000 δολάρια.

Η επένδυση που αντιπροσωπεύουν τα NFTs έχει καλή απήχηση στους συλλέκτες οινοπνευματωδών ποτών πολυτελείας, οι οποίοι συχνά συνηθίζουν να δίνουν αρκετά χρήματα αγοράζοντας σπάνια και συλλεκτικά ποτά, τα οποία χρειάζονται χρόνια για να γίνουν. Έτσι, μέσω των NFTs, οι εταιρείες μπορούν να προσφέρουν στους καταναλωτές μεγαλύτερη αυτονομία, επιτρέποντάς τους να διατηρήσουν το NFT, να το δωρίσουν, να το ανταλλάξουν ή να το εξαργυρώσουν για το αποκλειστικό φυσικό μπουκάλι. Για τις ομάδες αλκοολούχων ποτών που προσελκύουν ένα πιστό κοινό, η ελκυστικότητα των NFTs είναι ξεκάθαρη: δημιουργούν έναν μόνιμο σύνδεσμο μεταξύ εταιρείας και πελάτη, χαραγμένο στο blockchain.

Για παράδειγμα, νωρίτερα μέσα στο έτος, το Patrón της Bacardi συνεργάστηκε με την πλατφόρμα NFT BlockBar για να λανσάρει την πρώτη της τεκίλα NFT, η οποία παρείχε πρόσβαση σε 150 μεμονωμένα μπουκάλια περιορισμένης έκδοσης Patrón Chairman’s Reserve, το καθένα με τιμή περίπου 4.000 δολάρια. Οι αγοραστές θα μπορούσαν να επιλέξουν να εξαργυρώσουν το NFT τους αμέσως για το φυσικό μπουκάλι ή να ζητήσουν από το BlockBar να το αποθηκεύσει σε μια ασφαλή τοποθεσία. Θα μπορούσαν επίσης να πουλήσουν το NFT τους σε άλλους συλλέκτες. Επίσης, η μάρκα κονιάκ που ανήκει στην LVMH έκανε θραύση τον Ιανουάριο, όταν κυκλοφόρησε ένα NFT από τα πρώτα και τα τελευταία μπουκάλια του Hennessy 8, μιας σπάνιας σειράς περιορισμένης έκδοσης. Το NFT πουλήθηκε μέσω BlockBar για το εκπληκτικό ποσό των 221.000 $.

Διαβάστε επίσης: Πως η LVMH κυριαρχεί στον τομέα της πολυτέλειας

Ωστόσο, υπάρχει ακόμα ένα πλεονέκτημα στη δημιουργία NFTs από τις εταιρείες αυτές. Τα τελευταία χρόνια, ορισμένοι παραγωγοί έχουν αρχίσει να στρέφονται στην τεχνολογία blockchain για να αποδείξουν την αυθεντικότητα των προϊόντων τους. Όπως και σε πολλά άλλα σκέλη της αγοράς πολυτελείας, η παραποίηση και η απομίμηση είναι ανεξέλεγκτη μεταξύ των premium spirits. Σύμφωνα με μια μελέτη του Κέντρου Περιβαλλοντικής Έρευνας των Πανεπιστημίων της Σκωτίας, ένα στα τρία σπάνια σκωτσέζικα ουίσκι βρέθηκε πως είναι είτε μη αυθεντικό είτε αποσταγμένο σε διαφορετικό έτος από αυτό που δηλώθηκε. Από αυτή την άποψη, τα NFTs αποδείχθηκαν αρκετά αποτελεσματικά στην δημιουργία εμπιστοσύνης και αφοσίωσης μεταξύ των καταναλωτών των αλκοολούχων ποτών, καθώς μπορούν να προσφέρουν απόδειξη αυθεντικότητας που προηγουμένως απαιτούσε ατελείς παρόμοιες συγκρίσεις ή ακριβή δειγματοληψία χρονολόγησης άνθρακα.

Παράλληλα, τα οινοπνευματώδη ποτά πολυτελείας θεωρούνται συχνά ως καταφύγιο παλαιότερων, πιο εύπορων συλλεκτών. Τα NFTs θα μπορούσαν να αλλάξουν την παγιωμένη αυτή κατάσταση, καθώς μια ομάδα νέων αγοραστών με γνώσεις τεχνολογίας και κρυπτογράφησης συνηθίζει να βλέπει τα ψηφιακά αγαθά ως πολύτιμα – μερικές φορές ακόμη πιο πολύτιμα – από τα φυσικά.

Ο θόρυβος γύρω από την είσοδο των NFTs στον κόσμο των εκλεκτών οινοπνευματωδών ποτών μπορεί μερικές φορές να κάνει τα brands και τους συλλέκτες να ξεχάσουν το πιο σημαντικό στοιχείο: η φυσική εμπειρία της απόλαυσης ενός σπάνιου, υψηλής ποιότητας μπουκαλιού ουίσκι, ρούμι ή τεκίλα δεν μπορεί ποτέ να αντικατασταθεί από ένα ψηφιακό στοιχείο.

Πληροφορίες από Jing Daily

Photos: Unsplash

SHARE

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here