Με εμπόδια οι προσπάθειες της βιομηχανίας μπίρας να αγκαλιάσει την αναγεννητική γεωργία

Μεγάλες είναι οι προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας παραγωγής μπίρας για την υιοθέτηση πρακτικών αναγεννητικής γεωργίας. Ο λόγος είναι ότι παρά το γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι παίκτες της αγοράς συμφωνούν στην αναγκαιότητά της, δεν έχουν καταλήξει σε κοινές μεθόδους καλλιέργειας. 

Ως αναγεννητική γεωργία ορίζεται το σύνολο των γεωργικών πρακτικών που αποκαθιστούν το έδαφος και το νερό. Αυτό πραγματοποιείται μέσω της μόνης διαθέσιμης τεχνολογίας που λειτουργεί σήμερα για την μείωση των αερίων του θερμοκηπίου που εκλύονται στην ατμόσφαιρα, τη δέσμευση μιας σημαντικής ποσότητας διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα.

Η μετάβαση της βιομηχανίας μπίρας σε αυτές τις πρακτικές γεωργίας σημαίνει ότι χρειάζεται να προχωρήσει σε επενδύσεις σε μικρούς παραγωγούς οι οποίοι θα καλλιεργούν τη γη με πιο παραδοσιακούς τρόπους, εφαρμόζοντας τη βιολογική καλλιέργεια αλλά και την οργανωμένη βόσκηση του εδάφους, η οποία ευνοεί παρά βλάπτει τη βιοποικιλότητα.

Διαβάστε επίσης: H Diageo λανσάρει πρόγραμμα αναγεννητικής γεωργίας για την παραγωγή της Guinness

Στην Ολλανδία, το Silicon Valley της αγροτικής παραγωγής, μεγάλες εταιρείες ζυθοποιίας, όπως η Anheuser-Busch InBev και η Molson Coors, προσπαθούν να αγκαλιάσουν την αναγεννητική γεωργία, προκειμένου να εκπληρώσουν τον στόχο της μείωσης του ανθρακικού τους αποτυπώματος. 

Χαρακτηριστικά, η επιστημονική ομάδα της Anheuser-Busch ερευνά τους τρόπους με τους οποίους η καλλιέργεια πρώτων υλών, όπως το κριθάρι, το ρύζι και ο λυκίσκος, θα απαιτεί λιγότερες ανθρώπινες παρεμβάσεις. Παράλληλα, μέσω οικονομικών κινήτρων παρακινεί τους συνεργαζόμενους της αγρότες να αυξήσουν τις καλλιέργειες με λιγότερες εκπομπές άνθρακα και αζώτου.

Αντίστοιχα, η Molson Coors έχει δεσμευτεί να προμηθεύεται το 100% του κριθαριού και του λυκίσκου της έως το 2025 από ορισμένους αγρότες οι οποίοι καλλιεργούν, παράγουν και διανέμουν τα προϊόντα τους με τρόπο που συμφωνεί με την πολιτική βιωσιμότητας της εταιρείας.

Στο πλαίσιο αυτό, η ολλανδική πολυεθνική εταιρεία τραπεζικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών Rabobank ήρθε σε επαφή με εκπροσώπους της αλυσίδας εφοδιασμού της βιομηχανίας της μπίρας, ανάμεσά τους και οι αγρότες, για να μελετήσει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στις προσπάθειές τους να εφαρμόσουν το μοντέλο της αναγεννητικής γεωργίας. 

Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα συνίσταται στην μη ύπαρξη ομοφωνίας και σαφήνειας σχετικά με τις πρακτικές αναγεννητικής γεωργίας και στην έλλειψη κινήτρων με τα οποία θα μπορούσαν να πειστούν όλα τα μέρη να εφαρμόσουν αυτές τις πρακτικές.

Εξάλλου, οι εταιρείες ζυθοποιίας αποφασίζουν την υιοθέτηση βιώσιμων πρακτικών για περιβαλλοντικούς και για συναφείς επιχειρηματικούς λόγους. Δηλαδή εκτός από το ότι επιθυμούν τη μείωση του περιβαλλοντικού τους αποτυπώματος σε άνθρακα, χρειάζεται να ανταποκριθούν στις ανάγκες των σύγχρονων καταναλωτών που αναζητούν κάτι διαφορετικό. Και αυτή δεν είναι μια ανάγκη που προέκυψε σήμερα.

Οι εταιρείες λαμβάνουν το μήνυμα από την αγορά και με τη σειρά τους ασκούν πιέσεις στους παραγωγούς να υιοθετήσουν αναγεννητικές γεωργικές πρακτικές, ώστε να επιτύχουν τους περιβαλλοντικούς τους στόχους. Ωστόσο, οι πιέσεις αυτές μπορεί να έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα εάν οι αγρότες καταλήξουν να ανεβάσουν τις τιμές διάθεσης των πρώτων υλών προς τις εταιρείες. 

Μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν φυσικά προβληματική για τις ζυθοποιίες, οι οποίες θα έβλεπαν το κόστος παραγωγής τους να αυξάνεται και αναπόφευκτα κάποια στιγμή να έπρεπε να ανεβάσουν και οι ίδιες τις τιμές των προϊόντων τους. Ωστόσο, σύμφωνα με έρευνα του Διεθνούς Συμβουλίου Πληροφόρησης για τα Τρόφιμα (IFIC), οι καταναλωτές δεν είναι πρόθυμοι να πληρώσουν ακριβότερα για αγαθά αναγεννητικής γεωργίας.

Διαβάστε επίσης: Οι υψηλές τιμές των healthy προϊόντων εμποδίζουν τους καταναλωτές να ακολουθήσουν τη διατροφή που επιθυμούν

Για να σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος, επομένως, απαιτείται η αυτονόητη και καλύτερη συνεννόηση και οργάνωση πάνω στο ζήτημα μεταξύ όλων των παραγόντων της αλυσίδας παραγωγής. Γι’ αυτό οι ζυθοποιοί, οι έμποροι λιανικής και όλοι όσοι ενδιαφέρονται να μειώσουν τις εκπομπές άνθρακα από την αλυσίδα εφοδιασμού γεωργικών προϊόντων τους θα πρέπει να παρέχουν στους αγρότες οικονομικά κίνητρα.

Το πρόβλημα αυτό όμως δεν παρατηρείται μόνο στις ζυθοποιίες. Πέρυσι, η PepsiCo ανακοίνωσε ότι αναμένεται να εξαλείψει τουλάχιστον 3 εκατομμύρια τόνους εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το τέλος της δεκαετίας υιοθετώντας φιλικές προς τον πλανήτη πρακτικές σε 7 εκατομμύρια στρέμματα.

Διαβάστε επίσης: Το νέο πρόγραμμα αναγεννητικής γεωργίας βαμβακιού της Ralph Lauren

Επιπλέον, το γνωστό brand ρυζιού και καρυκευμάτων Knorr της Unilever ότι σχεδιάζει να ξεκινήσει 50 έργα για την εφαρμογή της αναγεννητικής γεωργίας σε ολόκληρη την παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού της, τα οποία θα αφορούν το 80% των βασικών συστατικών της, μέχρι το 2026. 

Ομοίως, η Nestlé ότι θα επενδύσει 1,29 δισ. δολάρια τα επόμενα πέντε χρόνια για να υποστηρίξει και να επιταχύνει τη μετάβαση στην αναγεννητική γεωργία σε ολόκληρη την παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού της.

Αυτή η μαζική κίνηση των παραγωγών καταναλωτικών προϊόντων προς την αναγεννητική γεωργία καταδεικνύει πόσες ευκαιρίες βλέπουν στην ανταπόκριση στις ανησυχίες των καταναλωτών για τη βιωσιμότητα του παγκόσμιου συστήματος τροφίμων.

Με πληροφορίες από FoodDive 

SHARE

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here