Τα brands καλούνται να φύγουν από τη Μιανμάρ, λόγω καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Ο οικονομικός αντίκτυπος της πανδημίας, σε συνδυασμό με το πραξικόπημα που έγινε τον Φεβρουάριο του 2021 στη Μιανμάρ, ανέστρεψαν μια πορεία που φαινόταν να υπόσχεται σημαντικά οικονομικά οφέλη για τη χώρα έπειτα από το «άνοιγμά» της με την εγκαθίδρυση πολιτικής κυβέρνησης, το 2011. Σε αυτήν την πολιτική και οικονομική μετάβαση, ο κλάδος της παραγωγής ενδυμάτων λειτούργησε ως καθοριστικός παράγοντας ανάπτυξης και εξωστρέφειας της χώρας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κλάδος αυτός, με την ανάπτυξη που είχε από το 2012 έως το 2019, ήταν υπεύθυνος για το 28% της αξίας των εξαγωγών της Μιανμάρ, την περίοδο ακριβώς πριν την πανδημία. Μάλιστα, η χώρα απολάμβανε ειδικό προνομιακό καθεστώς για τις εξαγωγές της στις ευρωπαϊκές αγορές. Αλλά η σημασία του κλάδου δεν περιορίζεται στην οικονομική ανάπτυξη, καθώς η βιομηχανία κατασκευής ενδυμάτων εξελισσόταν και πολύ γρήγορα σε πηγή αξιοπρεπούς απασχόλησης, προσφέροντας σημαντικές ευκαιρίες ειδικά σε νέες γυναίκες, που αποτελούν και το 90% του εργατικού δυναμικού στον κλάδο αυτό στη Μιανμάρ, οι οποίες μάλιστα είναι συνήθως εσωτερικές μετανάστριες, έχοντας μεταφερθεί στα αστικά κέντρα για δουλειά.

Διαβάστε ακόμα: Ευρωπαϊκή καμπάνια για καλύτερους μισθούς στους εργαζόμενους στη βιομηχανία μόδας

Ωστόσο, η συνθήκη έχει αλλάξει άρδην. Η Παγκόσμια Τράπεζα έλεγε στις αρχές του έτους ότι η οικονομία της χώρας είναι 30% μικρότερη σε σχέση με το πώς θα ήταν αν δεν είχαν μεσολαβήσει η πανδημία και το πραξικόπημα. Και, αν και η κατάσταση επηρεάζει όλους τους κλάδους, η βιομηχανία των ενδυμάτων αποτελεί πολύ καλό δείκτη τού πώς έχουν επηρεαρστεί οι ζωές, οι συνθήκες εργασίας και η ασφάλεια των εργαζομένων. Έρευνα το Κέντρου για την Οικονομική και Κοινωνική Ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτιμά ότι το εργατικό δυναμικό στις βιομηχανίες ενδυμάτων και υποδημάτων μειώθηκε 26% το 2020, έτος πανδημίας. Όσοι απέμειναν, αντιμετωπίζουν μειωμένες αμοιβές και υπερωρίες.

Στη χώρα κατασκευάζονται τα ρούχα για πολλά μεγάλα διεθνή brands, και διοχετεύονται στις σημαντικότερες αγορές. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 2021, η πρωτοβουλία ACT (Action, Collaboration, Transformation), που είναι ο βασικός διεθνής παρατηρητής των συνθηκών εργασίας και των δικαιωμάτων των εργαζομένων στη Μιανμάρ, έπαψε τη δραστηριότητά της εκεί, εξηγώντας ότι δεν είναι πλεόν δυνατό να λειτουργεί ελεύθερα με τις παρούσες συνθήκες.

Αμέσως μετά το πραξικόπημα, από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάιο του 2021, τα μεγάλα brands, όπως η H&Μ και η Primark, σταμάτησαν την παραγωγή τους εκεί. Η μειωμένη ζήτηση σε συνδυασμό με τις νέες συνθήκες, οδήγησαν σε κλείσιμο εργοστασίων και απολύσεις.

Διαβάστε ακόμα: Παράπλευρη απώλεια της πανδημίας, οι ηθικές αλυσίδες εφοδιασμού των εταιρειών

Τώρα, σύμφωνα με έκθεση της μη κυβερνητικής οργάνωσης που έχει παρατηρητές σε όλο τον κόσμο, Business & Human Rights Resource Centre (BHRC), οι τουλάχιστον 60.800 εργάτες της βιομηχανίας φέρεται να είναι θύματα καταπάτησης των εργασιακών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους. Πολλές οργανώσεις ζητούν από τις μεγάλες μάρκες της μόδας να μεταφέρουν την παραγωγή τους από τη Μιανμάρ σε χώρες όπου μπορεί να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των εργαζομένων.

Η Μιανμάρ, με όλη την ιδιαίτερη συνθήκη της, δεν αποτελεί την εξαίρεση βέβαια. Αυτήν τη στιγμή, περίπου 25 εκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο είναι θύματα καταναγκαστικής εργασίας, και σε ποσοστό μεγαλύτερο από 60% θύματα εκμετάλλευσης στον ιδιωτικό τομέα. Κατηγορίες κακοποίησης εργαζομένων διατυπώνονται για κολοσσούς όπως η Inditex, μητρική των Zara, Massimo Dutti και Bershka, ή η H&M και τα Lidl. Aυτές οι καταγγελίες μπορεί να αφορούν από στέρηση μισθού μέχρι παρενόχληση και πράξεις βίας. Η BHRC κάνει λόγο για 100 φερόμενες τέτοιες κατηγορίες κακοποίησης, σε 70 εργοστάστια μεγάλων εταιρειών, ανάμεσά τους brands όπως τα Αdidas, C&A, Inditex, Fast Retailing, Guess, H&M, Lidl, Next, Primark.

Η οργάνωση σημειώνει ότι οι εργάτες στον κλάδο των ενδυμάτων της Μιανμάρ κερδίζουν λιγότερα από 2 δολάρια την ημέρα και καλεί τα brands να πάρουν μέτρα σύμφωνα με τις αρχές της δέουσας επιμέλειας, και να καθορίσουν αν μπορούν να έχουν μια ηθική εφοδιαστική αλυσίδα με την παραγωγή τους στη Μιανμάρ. Εκτός από την BHRC, μια συμμαχία από 130 εμπορικούς οργανισμούς έχει ήδη καλέσει τα διεθνή brands, με αφορμή το κλείσιμο ενός χρόνου από το πραξικόπημα, να εκχωρήσουν τις επιχειρήσεις τους στη χώρα,  σε ένδειξη συμπαράστασης στα τοπικά σωματεία.

Ωστόσο, τα πράγματα είναι αρκετά περίπλοκα, καθώς τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι οι εργαζόμενοι δε συμφωνούν με τις απαιτήσεις των σωματείων τους να επιβληθούν κυρώσεις από τις εταιρείες. Στις αρχές της χρονιάς, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Εμπορίου στη Μιανμάρ, αναγνωρίζοντας την πολυπλοκότητα της κατάστασης, σημείωσε ότι θα συνεχίσει να υποστηρίζει τις μάρκες μόδας που συνεχίζουν να έχουν εκεί την παραγωγή τους, εξασφαλίζοντας στο βαθμό του δυνατού ότι οι εργαζόμενοι δουλεύουν σε ανθρώπινες συνθήκες.

Με πληροφορίες από Fashion United και The Diplomat
SHARE

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here