Tι είναι το «χρέος της ευημερίας» και πώς επιβαρύνει τους εργοδότες

Είναι γεγονός ότι οι συνθήκες στον κόσμο αυτήν τη στιγμή, με πολλαπλά μέτωπα ανοιχτά, εύλογα δημιουργούν άγχος και αρνητικά συναισθήματα στους ανθρώπους. Από την μία ο πόλεμος στην Ουκρανία και τα δικαιώματα των γυναικών που περνούν κρίση στις ΗΠΑ και από την άλλη μια ενδεχόμενη ύφεση, ο αυξανόμενος πληθωρισμός και η άνοδος του κόστους ζωής παντού ασκούν μεγάλες πιέσεις σε όλους. Επιπλέον, όλα αυτά ακολουθούν μια διετία όπου η πανδημία Covid-19 και η κλιματική κρίση έχουν επηρεάσει κατά πολύ την καθημερινότητα των ανθρώπων. Δεν αποτελεί έκπληξη, συνεπώς, το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι βιώνουν δυσκολίες σχετικές με την ψυχική τους υγεία.

Ταυτόχρονα, το άγχος και η πίεση μεγεθύνονται και από τις εργασιακές συνθήκες, καθώς το το εργασιακό τοπίο έχει αλλάξει ριζικά, με την εργασία να καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο της καθημερινότητας, όπως θαμπώνουν τα όρια προσωπικού και επαγγελματικού χρόνου, λόγω της τηλεργασίας. Πολλοί εργοδότες, ευαισθητοποιημένοι στην κρίση που βιώνουν πολλοί εργαζόμενοι, αναλαμβάνουν δράση με οικονομική βοήθεια και πρόσθετες παροχές.

Ωστόσο, σύμφωνα με τους ειδικούς, απαιτούνται πολύ περισσότερες επενδύσεις για την ενίσχυση της ευημερίας των εργαζομένων. Για να μπορέσουν οι εργοδότες να κατανοήσουν καλύτερα τον οικονομικό αντίκτυπο που έχει η ύπαρξη ενός εξαντλημένου και σε κακή ψυχολογική κατάσταση εργατικού δυναμικού έχει εισαχθεί ένας νέος όρος, το “χρέος ευημερίας”.

Ο όρος αυτός εισήχθη από τον Matt Stephens, ιδρυτή και CEO της εταιρείας δέσμευσης εργαζομένων Inpulse. Η σημασία του αφορά τη συσσώρευση ζημίας στην εταιρεία που προκαλείται από την κακή ευημερία των εργαζομένων και την έλλειψη στρατηγικών υποστήριξής τους. Με άλλα λόγια, το χρέος ευημερίας αφορά ουσιαστικά την κατάσταση στην οποία οι εργαζόμενοι υπομένουν συνεχή προβλήματα που επηρεάζουν την προσωπική τους ευημερία, από οικονομικά έως συναισθηματικά, τα οποία δεν αντιμετωπίζονται και συσσωρεύονται, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν ένα σημαντικό χρέος στην εργασιακή τους ζωή.

Το κόστος του χρέους ευημερίας

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι οι εταιρείες οφείλουν να επενδύουν στην ψυχική υγεία του προσωπικού τους. Μάλιστα, έρευνα της YouGov αποδεικνύει ότι θα υπάρξει κόστος για τις εταιρείες που δε θα μεριμνήσουν για αυτό. Συγκεκριμένα, η κακή υγεία κόστισε 13 δισεκατομμύρια δολάρια στις επιχειρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου μεταξύ 2018 και 2019, ενώ 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι αντιμετώπισαν παθήσεις που είχαν σχέση με την εργασία το 2020 και το 2021. Επιπλέον, μια μελέτη της Deloitte, που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο, υπολόγισε ότι η κακή ψυχική υγεία κοστίζει στους εργοδότες του Ηνωμένου Βασιλείου περίπου 68,6 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως, που είναι 25% περισσότερο από το 2019.

Παράλληλα, στις ΗΠΑ, 6 στους 10 μάνατζερ δηλώνουν ότι η ψυχική τους υγεία έχει πληγεί από την πανδημία, και αυτό τους υποχρέωσε να δώσουν προτεραιότητα σε αυτήν έναντι της καριέρας τους, σύμφωνα με έρευνα της Morning Consult. Άλλες πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η κατάθλιψη, το άγχος και η διαταραχή μετατραυματικού στρες μεταξύ των εργαζομένων στις ΗΠΑ αυξήθηκαν κατακόρυφα κατά τους τελευταίους μήνες του 2021. Μάλιστα, μια ανησυχητική έρευνα της Inpulse έδειξε ότι 1 στους 4 εργαζόμενους στο Ηνωμένο Βασίλειο αισθάνθηκε ότι έφτασε σε οριακό ψυχολογικό σημείο το 2021.

Διαβάστε επίσης: Έρευνα | Πόσο πρέπει να προσέξουν οι εργοδότες την ψυχική υγεία των εργαζομένων

Η σημασία του χρέους ευημερίας

Η πανδημία του Covid-19 δημιούργησε ένα τεράστιο χρέος ευημερίας, καθώς οι εργαζόμενοι αγωνίστηκαν να αντιμετωπίσουν διανοητικά, οικονομικά, σωματικά και συναισθηματικά τα lockdowns και τη μαζική αλλαγή του εργασιακού τους ρόλου. Η απομακρυσμένη εργασία, η οικονομική αστάθεια και οι ανησυχίες για την υγεία πυροδότησαν μεγαλύτερη ανασφάλεια, απομόνωση και μοναξιά. Έτσι, η επαγγελματική εξουθένωση είναι κάτι όλο και πιο κοινό μεταξύ των εργαζομένων.

Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, η νέα έκθεση “Healthy People, Healthy Planet” υπογράμμισε ότι το 30% των εργαζομένων στο Ηνωμένο Βασίλειο αισθάνεται έλλειψη υποστήριξης. Επιπλέον, το 91% των εργαζομένων ενδιαφέρεται για την ψυχική του υγεία, ενώ το 74% πιστεύει ότι η εταιρεία στην οποία εργάζεται όχι. Επιπλέον, στη μελέτη της Impulse φάνηκε ότι το 40% των Μillennials και των Gen Z-ers πιστεύουν ότι οι εργοδότες τους έχουν κάνει κακή δουλειά στην υποστήριξη της ψυχικής τους ευεξίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Διαβάστε επίσης: Γιατί οι Gen-Zers είναι ήδη burned out;

Όλα αυτά τα δεδομένα είναι και η αιτία που πλέον το χρέος ευημερίας έχει αποκτήσει μεγάλη σημασία. Πολλοί είναι οι εργαζόμενοι που βρίσκονται σε οριακό σημείο σε σχέση με την ψυχική τους υγεία και δίνουν πολύ περισσότερη σημασία σε αυτήν. Κατά συνέπεια δε θα διστάσουν να εγκαταλείψουν την εργασία τους εάν αισθανθούν ότι αποτελεί έναν επιβαρυντικό παράγοντα και δε λαμβάνουν την απαραίτητη υποστήριξη. Όμως, ακόμα και εκείνοι που δε θα έχουν την πολυτέλεια να παραιτηθούν σίγουρα θα έχουν πολύ μειωμένη παραγωγικότητα. Αυτό έχει μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στην ίδια την εταιρεία.

Για αυτούς τους λόγους είναι απαραίτητη η επινόηση λύσεων που οι εταιρείες πρέπει να υιοθετήσουν ώστε να φροντίσουν πιο αποτελεσματικά την ψυχική υγεία των εργαζομένων. Το concept του χρέου ευημερίας μπορεί να βοηθήσει τις εταιρείες να συνειδητοποιήσουν, πέρα από το ανθρώπινο πλαίσιο, το κόστος που έχει η ψυχολογική εγκατάλειψη των εργαζομένων τους.

Διαβάστε επίσης: Η ψυχική υγεία των εργαζομένων απασχολεί τους εργοδότες

Οι προσπάθειες των εταιρειών

Ευτυχώς, είναι γεγονός ότι πολλές είναι οι εταιρείες που έχουν συνειδητοποιήσει το χρέος ευημερίας τους και αναλαμβάνουν δράση για την ψυχική υγεία του προσωπικού τους. Για παράδειγμα, σχετικά με την απαγόρευση των αμβλώσεων στις ΗΠΑ, υπάρχουν εταιρείες που στηρίζουν συναισθηματικά τους υπαλλήλους τους, μειώνοντας τον φόρτο εργασίας τους, προκειμένου να τους δώσουν τον απαραίτητο χρόνο και χώρο για να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους. Επιπλέον, δεκάδες εταιρείες έχουν δεσμευτεί να πληρώσουν τα έξοδα ταξιδιού για άμβλωση.

Ακόμα, τον τελευταίο περίπου χρόνο γίνονται πολλές προσπάθειες από την πλευρά των εταιρειών για τη μείωση του άγχους των ανθρώπων, όπως η μείωση των συσκέψεων και η χορήγηση περισσότερων ημερών ψυχικής υγείας, για την αντιμετώπιση του στρες. Ωστόσο, η έκθεση της YouGov συμβουλεύει τις επιχειρήσεις να αναζητούν εμπειρογνωμοσύνη στον τομέα της επαγγελματικής υγείας αντί να χρησιμοποιούν μια πιο επιφανειακή προσέγγιση για την υγεία στο χώρο εργασίας. Ίσως η παροχή χρόνου και η έμμεση αντιμετώπιση τους άγχους να μην είναι οι πραγματικές λύσεις, αντιθέτως μάλλον απαιτείται η αξιοποίηση επαγγελματιών και υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Λύσεις για τη βελτίωση της ευημερίας στο χώρο εργασίας

Το πρώτο και βασικότερο βήμα που πρέπει να γίνει για τη βελτίωση της ευημερίας των εργαζομένων είναι να αλλάξει η νοοτροπία της διοίκησης των εταιρειών. Αρχικά, πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στην υποστήριξη της ψυχικής υγείας και στην ανάπτυξη μιας κουλτούρας όπου η ψυχική υγεία δεν αποτελεί ταμπού.

Από εκεί και πέρα, σίγουρα η παροχή επιπλέον χρόνου και οικονομικών κινήτρων βοηθά τους εργαζομένους να αισθανθούν λίγο καλύτερα, καθώς και ότι οι εργοδότες είναι σύμμαχοι. Αλλά από μόνα τους δεν επαρκούν. Οι εταιρείες πρέπει επίσης να φροντίσουν να παρέχουν προγράμματα και υπηρεσίες για την ψυχική υγεία. Μπορούν να διαθέτουν στο δυναμικό τους έναν σύμβουλο ψυχικής υγείας ή έναν ψυχολόγο ο οποίος να μπορεί να ανταποκριθεί στα αιτήματα και στις ανάγκες τους προσωπικού.

Όλα αυτά θα έχουν ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ψυχικής υγείας, και άμεσα μέσα από υπηρεσίες και συμβουλευτική, αλλά και έμμεσα, καθώς θα έχει δημιουργηθεί ένα εργασιακό περιβάλλον στο οποίο οι εργαζόμενοι θα αισθάνονται την ασφάλεια ότι θα βρουν υποστήριξη σε περίπτωση ανάγκης. Επιπλέον, μέσα από προγράμματα και εργαστήρια διαχείρισης αρνητικών συναισθημάτων οι εργαζόμενοι θα είναι περισσότερο ικανοί να διαχειριστούν μελλοντικές καταστάσεις.

Με πληροφορίες από Worklife.news
SHARE

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here