Καλύτερα από μετοχές και cryptos: Οι Έλληνες επενδύουν στα ρολόγια

Γνωρίζετε για τις μετοχές, τα ομόλογα, τα παράγωγα, τα κρυπτονομίσματα, ακόμη και για τις αποδόσεις των έργων τέχνης. Όμως το προϊόν εκείνο που από τις αρχές της χρονιάς μέχρι και σήμερα έχει την καλύτερη απόδοση είναι ένας δείκτης που παρακολουθεί τις τιμές των ρολογιών Rolex. Αν και υποχώρησε τον Μάιο, μετά από ένα ρεκόρ που κατέγραψε από την αρχή της χρονιάς, ωστόσο ακόμη και με την πτώση, τα πολυτελή ρολόγια εξακολουθούν να έχουν καλύτερη απόδοση από τις μετοχές ή τα crypto το 2022. Αρκεί μόνο να αναφέρουμε πως ορισμένα μοντέλα όπως το Daytona ξεπέρασε σε αποδόσεις αυτές του δείκτη S&P 500, ο οποίος υποχωρεί όπως και τα κρυπτονομίσματα.

Ο συγκεκριμένος δείκτης που παρακολουθεί την αγορά μεταπώλησης πολυτελών ρολογιών χειρός – εξετάζει 30 μοντέλα με υψηλή εμπορική δραστηριότητα – υποχώρησε κατά 9,3% τον Μάιο μετά από αλματώδη ανάπτυξη τον Απρίλιο. Χαμηλότερες ήταν οι απώλειες κατά 5% για τα Rolex στη δευτερογενή αγορά. Σύμφωνα με τον Tim Stracke, διευθύνoντα σύμβουλο της Chrono24, «υπάρχει πολύ λιγότερη εμπιστοσύνη αυτήν τη στιγμή στη σταθερότητα των νομισμάτων από ό,τι είχαμε πριν. (…) Αν συγκρίνω τη σταθερότητα ενός ευρώ ή ενός δολαρίου ΗΠΑ με ένα Rolex Daytona, ένα bitcoin, ένα κιλό χρυσού; Θα προτιμούσα να έχω τα σκληρά περιουσιακά στοιχεία».

Κάτι που έρχεται να επιβεβαιώσει έρευνα από τη McKinsey, που προβλέπει ότι η δευτερογενής αγορά για ρολόγια πολυτελείας θα ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 29-32 δισ. δολάρια έως το 2025. Και αυτό το οφείλει εν πολλοίς στη Rolex, για την οποία η δεκαετία του 1980 σηματοδότησε ένα σημείο καμπής στη δημόσια εικόνα της, κατά τη διάρκεια της οποίας η μάρκα μετατράπηκε από ένα απαραίτητο εργαλείο ακριβείας για επαγγελματίες και λάτρεις της περιπέτειας στο πολύτιμο συλλεκτικό πολυτελές προϊόν που είναι σήμερα.

Οι Έλληνες καταναλωτές

To ενδιαφέρον για εμβληματικά ρολόγια δεν αφορά μόνο τους έχοντες. Απλά όλοι οι υπόλοιποι δεν μπορούν να τα αποκτήσουν. Μπορούν όμως να αγοράσουν μια οικονομική εκδοχή ενός πολυτελούς ρολογιού. Όπως συνέβη το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Μαρτίου, όταν έξω από τα καταστήματα της Swatch ανά τον κόσμο επικράτησε φρενίτιδα, καθώς η εταιρεία λάνσαρε μια οικονομική εκδοχή του πολυτελούς ρολογιού Speedmaster, σε συνεργασία με την Omega. Από τη Γενεύη και το Χονγκ Κονγκ μέχρι την Ερμού, ουρές καταναλωτών περίμεναν υπομονετικά για να πάρουν το ρολόι που δημιουργήθηκε από τη συνεργασία των δύο κολοσσών, Swatch και Omega. Το ρολόι είναι το MoonSwatch και κόστιζε περίπου 250 ευρώ. Οι τιμές του αυθεντικού «ρολογιού του φεγγαριού» ξεκινάνε στα περίπου 6.500 ευρώ.

Εκτός από το MoonSwatch, τα ρολόγια του γνωστού ομίλου κατάφεραν σε μια εποχή που οι καταναλωτές στρέφονται στα smartwatches να αυξήσουν τη διείσδυσή τους στην εγχώρια αγορά.

Πέρυσι οι πωλήσεις της γνωστής ωρολογοποιίας The Swatch Group Greece Μονοπρόσωπη ΑΕ αυξήθηκαν 63,64%, στα 17 εκατ. ευρώ από 10,4 εκατ. ευρώ που πούλησε το 2020 κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της πανδημίας.

Αντίστοιχα, η εταιρεία κατάφερε να επιστρέψει στην κερδοφορία εμφανίζοντας κέρδη 137.050 ευρώ από ζημιές 3,08 εκατ. ευρώ το 2020. Οι επιδόσεις της εταιρείας, που δραστηριοποιείται στο εμπόριο ρολογιών γνωστών οίκων όπως Swatch, Longines, Omega, Hamilton, κ.ά. απέχουν από τα υψηλά του 2017, όταν είχε πουλήσει ρολόγια αξίας 20,4 εκατ. ευρώ. Στα 17 εκατ. ευρώ ήταν οι πωλήσεις της το 2013.

Διαβάστε ακόμα: Το κενό διαθεσιμότητας της Rolex στην Ελλάδα και η εκτόξευση των μεταχειρισμένων

Σε ό,τι αφορά τη Rolex, σε έκθεσή της η Morgan Stanley αναφέρει πως η ωρολογοποιία ξεπέρασε για πρώτη φορά σε μερίδιο τον βασικό της ανταγωνιστή, τον όμιλο Swatch (ελέγχει μερίδιο 25,2%) και έγινε η μεγαλύτερη εταιρεία ωρολογοποιίας με μερίδιο 26,8%. Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, η εταιρεία «θα μπορούσε εύκολα να διατηρήσει τον όγκο παραγωγής του 2019, αλλά αντί να προμηθεύσει τις αγορές με μεγαλύτερες ποσότητες και να κάνει τα ρολόγια πιο προσβάσιμα, αποφάσισε να μειώσει την παραγωγή». Επιπλέον, πέρασε σε μια αύξηση τιμών περίπου 5% σε σταθμισμένη βάση στις αρχές του 2020, σύμφωνα με την Morgan Stanley.

Πολιτική που ακολουθήθηκε και στην Ελλάδα, όπου οι πωλήσεις της Rolex Ελλάς σε αξία μειώθηκαν μόλις κατά 3,2% το 2020, έτος για το οποίο υπάρχουν στοιχεία, διαμορφούμενες στα 59,493 εκατ. ευρώ, παρ’ όλο που πουλήθηκαν 9% λιγότερα ρολόγια. Τα καθαρά κέρδη της διαμορφώθηκαν στα 7,2 εκατ. ευρώ από 9,243 εκατ. ευρώ, και η διοίκησή της θα προτείνει στη γενική συνέλευση τη διανομή μερίσματος 7 εκατ. ευρώ, από τα κέρδη της χρήσης του 2020 και προηγούμενων ετών.