Nestlé, Danone, Kellogg και Kraft Heinz ελέγχονται για τη διατροφική αξία των προϊόντων τους

Τέσσερις από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες τροφίμων παγκοσμίως, η Nestlé, η Danone, η Kellogg και η Kraft Heinz έρχονται αντιμέτωπες με ερωτήσεις των  επενδυτών σχετικά με τη διατροφική σύσταση των προϊόντων τους. Οι εταιρείες αυτές βρίσκονται αντιμέτωπες με τους ρυθμιστικούς κανόνες σε σχέση με τα συστατικά και το marketing των προϊόντων τους.

Η φιλανθρωπική οργάνωση και υπέρμαχος των στόχων περιβαλλοντικής, κοινωνικής και εταιρικής διακυβέρνηση (ESG) με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, ShareAction, απέστειλεστις εταιρείες επιστολές υπογεγραμμένες από τους επενδυτές, σε σχέση με τα διατροφικά στοιχεία στα προϊόντα τους. Πριν βρεθούν στο προσκήνιο οι τέσσερις αυτές εταιρείες, η Unilever προχώρησε σε κινήσεις για τη μέτρηση και τον καθορισμό διατροφικών στόχων, μετά από κριτική από τους επενδυτές, τους οποίους κινητοποίησε. Η εταιρεία θα μετρήσει τις επιδόσεις της σε σχέση με έξι μοντέλα διατροφικού προφίλ που υποστηρίζονται από τις αρχές, όπως η πρωτοβουλία HFSS (high fat, salt and sugar) στο Ηνωμένο Βασίλειο και το NutriScore στην ευρύτερη Ευρώπη.

Διαβάστε επίσης: H Unilever δεσμεύεται να καταγράφει τη διατροφική αξία των προϊόντων της σε ετήσιες αναφορές

Ακόμα, η Unilever έχει θέσει ορισμένους διατροφικούς στόχους για το άμεσο μέλλον. Συγκεκριμένα, τα επόμενα 3-5 χρόνια στοχεύει οι ετήσιες πωλήσεις της σε προϊόντα φυτικής προέλευσης να αντιστοιχούν σε 1,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Ακόμη, για το 85% των προϊόντων της, θα περιορίσει την ποσότητα αλατιού στα 5 γραμμάρια ημερησίως ή και λιγότερο, ενώ μέχρι το 2025 το 95% των συσκευασμένων παγωτών της δε θα πρέπει να ξεπερνά τα 22 γραμμάρια περιεκτικότητας σε ζάχαρη καθώς και τις 250 θερμίδες ανά μερίδα. Τώρα, η ShareAction και οι επενδυτές θέλουν οι Nestlé, Danone, Kellogg και Kraft Heinz να δημοσιεύσουν παρόμοια στοιχεία εγκαίρως για τις ετήσιες εκθέσεις τους το 2023.

Οι ρυθμιστικές τάσεις, οι οποίες συνάδουν με την επιθυμία των καταναλωτών για πιο υγιεινά προϊόντα, σημαίνουν ότι οι επιχειρήσεις τροφίμων πρέπει να θεωρούν την υγεία ως έναν όλο και πιο σημαντικό παράγοντα και ότι η κυκλοφορία ανθυγιεινών προϊόντων μπορεί να τις θέσει σε κίνδυνο. Οι επενδυτές αναμένουν από τις εταιρείες να χρησιμοποιούν τυποποιημένες μετρήσεις υγείας, για να προσδιορίσουν την έκθεσή τους σε πιθανές παραβάσεις των κανόνων των ρυθμιστικών αρχών, αλλά και τη θέση τους σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους.

Η ShareAction επιδιώκει να αντιπαραβάλει τις πληροφορίες που αποκαλύπτουν οι εταιρείες τροφίμων σχετικά με το προφίλ υγείας των προϊόντων τους με την Access to Nutrition Initiative (ATNI), η οποία αποτελεί τον κορυφαίο οργανισμό συγκριτικής αξιολόγησης των εταιρειών τροφίμων για τους επενδυτές. Σύμφωνα με τη ShareAction, η Nestlé ισχυρίζεται ότι το 80,5% των πωλήσεών της αφορούν υγιεινά προϊόντα, με βάση τα κριτήρια που έχει θέσει η ίδια. Αντίθετα, η ATNI υποστηρίζει ότι το ποσοστό βρίσκεται στο 43%. Ακόμα, η Danone υποστηρίζει ότι το 90% των πωλήσεών της αφορά υγιεινές κατηγορίες, ενώ η ATNI προσδιορίζει το ποσοστό αυτό στο 65%.

Η Kraft Heinz δηλώνει ότι το 76% των πωλήσεών της αφορά υγιεινά προϊόντα που συμμορφώνονται με τους διατροφικούς της στόχους. Αντίθετα, η ATNI λέει ότι μόλις το 39% των πωλήσεων της εταιρείας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προέρχεται από υγιεινά προϊόντα. Η Kellogg δεν αναφέρει το προφίλ υγείας των πωλήσεών της, όμως, σύμφωνα με την ATNI, μόνο το 27% των πωλήσεων του κατασκευαστή δημητριακών πρωινού ανταποκρίνεται στους κυβερνητικούς ορισμούς του υγιεινού.

Οι περισσότερες από τις εταιρείες απαντούν στις αποκαλύψεις αυτές. Η Nestlé δήλωσε ότι εξετάζει τον κατάλληλο τρόπο για να εναρμονιστεί με τα διατροφικά πρότυπα σε συνεργασία με τη ShareAction. Ομοίως, και η Danone τόνισε τον στόχο της να προσφέρει υγιεινά προϊόντα και δεσμεύεται να παρέχει πιο σαφείς και πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τα συστατικά και τη διατροφική αξία τους. Η Kraft Heinz δεν έχει κάνει κάποιο σχόλιο έως τώρα, ωστόσο, η Kellogg φαίνεται ότι έχει προχωρήσει σε μηνύσεις απέναντι στην κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, για τη θέσπιση νόμων, οι οποίοι είναι περιοριστικοί για κάποια προϊόντα της. Συγκεκριμένα, η νομοθεσία της Αγγλίας θα περιορίσει ορισμένα δημητριακά, ώστε να μην εμφανίζονται σε περίοπτη θέση στα καταστήματα λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε ζάχαρη. Η Kellogg υποστηρίζει ότι οι νέοι νόμοι δεν λαμβάνουν υπόψη τη θρεπτική αξία του γάλακτος που προστίθεται στα δημητριακά.

Διαβάστε επίσης: Γιατί η Kellogg’s μηνύει τη βρετανική κυβέρνηση

Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι μετά την πανδημία η υγεία και η υγιεινή διατροφή απέκτησαν πολύ περισσότερη αξία. Οι καταναλωτές, από την πλευρά τους, εκτίμησαν την αναγκαιότητα μιας ισορροπημένης διατροφής. Τα στοιχεία έδειξαν ότι τα 2/3 θέλουν να μάθουν περισσότερα σχετικά με τον ρόλο των τροφίμων και των θρεπτικών συστατικών στην υγεία τους, ενώ οι βιολογικές ετικέτες είναι πλέον επίσης πολύ σημαντικές για τους καταναλωτές, με περισσότερους από τους μισούς να ενδιαφέρονται για φαγητά που δεν περιέχουν χημικά.

Ταυτόχρονα, και οι κυβερνήσεις αλλά και οι ρυθμιστικές αρχές προσαρμόζουν τους κανονισμούς τους, ώστε πραγματικά να καταστήσουν τα περισσότερα τρόφιμα στην αγορά όσο πιο υγιεινά και διατροφικά ισορροπημένα γίνεται.

Με πληροφορίες από το Just-food.com
SHARE

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here