Οι επαρχιακές πόλεις του κόσμου αναπτύσσονται χάρη στην τηλεργασία

Kαθώς η πανδημία, που επέβαλε την ευρεία εφαρμογή της εξ αποστάσεως εργασίας, απέδειξε ότι, τουλάχιστον σε αρκετά επαγγέλματα, μπορεί κανείς να συνεχίσει να δουλεύει μακριά από την έδρα της εργασίας του, ολοένα και περισότεροι άνθρωποι άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι έχουν την επιλογή να απομακρυνθούν από έναν αστικό τρόπο ζωής που τους κουράζει. Τα πολύμηνα lockdowns και ο φόβος του κορονοϊού, έκαναν επίσης πολλούς να βλέπουν τη ζωή στην επαρχία με άλλο μάτι.

Έτσι, πολλές μικρές, ήσυχες πόλεις σε ολόκληρο τον κόσμο έγιναν ξαφνικά οι νέες βάσεις για δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους της πόλης, γνωρίζοντας μια απροσδόκητη, συχνά βεβιασμένη και προς το παρόν αβέβαιη ανάπτυξη.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Χιλής: εκεί, εγκαταστάθηκαν σε μικρές πόλεις, εγκαταλείποντας την πρωτεύουσα Σαντιάγο, περισσότεροι από 380.000 άνθρωποι. Ή οι περιπτώσεις των πολιτειών Άινταχο, Γιούτα και Μοντάνα, στις ΗΠΑ, των οποίων οι μικρές πόλεις έγιναν ξαφνικά η νέα εστία ανθρώπων από το Σαν Φρανσίσκο και το Σιάτλ. Μάλιστα, σύμφωνα με έρευνα της Oxford Economics, το Μπόιζι του Άινταχο είναι η πιο απρόσιτη πόλη για αγορά σπιτιού στις ΗΠΑ, καθώς έχει πλημμυρίσει ξαφνικά με εργαζομένους από ακριβές πόλεις της Δυτικής Ακτής. Αυτήν τη στιγμή, η μέση τιμή ενός σπιτιού σε αυτήν την πόλη είναι δεκαπλάσια του μέσου εισοδήματος.

Δύο όψεις

Η περίπτωση του Μπόιζι αναδεικνύει μία δυσάρεστη παρενέργεια αυτής της εσωτερικής μετεγκατάστασης. Αφαλώς, οι μικρές πόλεις, με το χαμηλότερο κόστος διαβίωσης και την καλύτερη ποιότητα ζωής, μακριά από τους στενάχωρους ρυθμούς των μεγαλουπόλεων, επωφελούνται με μια «ένεση» νέου ηλικιακά, ενεργού πληθυσμού. Παράλληλα, όμως, δεν είναι προετοιμασμένες για όλα όσα μπορεί να κουβαλά μαζί της μια τόσο ξαφνική αλλαγή. Οι συνήθως καλύτερα αμειβόμενοι νεοφερμένοι κάτοικοι επηρεάζουν την αγορά, που γίνεται ξαφνικά πολύ ακριβή για τους παλιούς κατοίκους της εργατικής τάξης. Μαζί με τους νέους κατοίκους έρχονται συχνά και τα συνηθισμένα προβλήματα μιας μεγάλης πόλης, όπως οι βιαστικές, ισοπεδωτικές αναπλάσεις του «εξευγενισμού» (gentrification), η μόλυνση του αέρα και η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η αύξηση των τιμών των ακινήτων, που πυροδοτεί η άνοδος των βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Διαβάστε ακόμα: Οι ψηφιακοί νομάδες είναι εδώ για να σώσουν τις πόλεις-φαντάσματα της Ισπανίας

Οι ειδικοί λένε ότι υπάρχουν δύο εκδοχές για το πώς μπορεί να εξελιχθεί μια τέτοια μετάβαση για μια μικρή πόλη. Είτε ο πλούτος των νέων αφίξεων θα διοχετευτεί στην τοπική κοινωνία και θα τη βοηθήσει να αναπτυχθεί, είτε – και αυτό φοβούνται ότι είναι και το πιθανότερο – η αγοραστική τους δύναμη, που δε συγκρίνεται με των ντόπιων, θα ανεβάσει τις τιμές και θα ισοπεδώσει εκείνην των ανθρώπων που εργάζονται στις τοπικές επιχειρήσεις με εισοδήματα πολύ χαμηλότερα.

Η ευκαιρία της κατάλληλης διαχείρισης

Ωστόσο, αυτού του είδους η εσωτερική μετανάστευση μπορεί να ιδωθεί και ως μια καλή ευκαιρία για την τόνωση των περιφερειακών πόλεων που βρίσκονται σε μαρασμό, καθώς το πιο παραγωγικό τμήμα των πληθυσμών έχει εδώ και χρόνια συγκεντρωθεί στις μεγαλουπόλεις. Στην Ευρώπη, που ο μέσος όρος ηλικίας του πληθυσμού είναι τα 42, με αποτέλεσμα η ήπειρος να θεωρείται από τις πιο γερασμένες, η διόγκωση των μεγάλων αστικών κέντρων τις τελευταίες δεκαετίες άφησε την επαρχία, ουσιαστικά, άδεια και με μεγάλο ηλικιακά πληθυσμό.

Τώρα, με αυτήν την «τάση φυγής» προς την επαρχία και προς μια καλύτερη ποιότητα ζωής κοντά στη φύση, για την οποία την αφορμή έδωσε η πανδημία, οι μικρές πόλεις τονώνονται ακριβώς με τους ανθρώπους που χρειάζονται: νέους, συνήθως με μικρά παιδιά, ή νέες οικογένειες που ετοιμάζονται να κάνουν παιδιά και αποφασίζουν να τους προσφέρουν μια παιδική ηλικία μακριά από την πόλη.

Διαβάστε ακόμα: Πότε το μοντέλο της υβριδικής εργασίας θεωρείται επιτυχημένο;

Μάλιστα, σε κάποια μέρη το κράτος φροντίζει να ενισχύσει τις τοπικές κοινωνίες με διάφορα προγράμματα, ώστε να υπάρχουν κίνητρα για αποκέντρωση και μόνιμη εγκατάσταση στην επαρχία. Αυτο έκανε, για παράδειγμα, η Ιρλανδία, με ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα, που χρηματοδοτεί τη δημιουργία working hubs σε εγκατελειμμένες pubs μικρών πόλεων και βοηθά τις τοπικές αρχές να δημιουργήσουν εγκαταστάσεις με τα απαραίτητα για εξ αποστάσεως εργασία.

Και στην Ιαπωνία, που ο μέσος όρος ηλικίας είναι ακόμα μεγαλύτερος, αγγίζοντας τα 47, οι αρχές αποφάσισαν επίσης να δώσουν οικονομικά κίνητρα στους εργαζομένους να φύγουν από το Τόκιο και να δουλεύουν από την επαρχία, ή ακόμα και να στήσουν εκεί τις επιχειρήσεις τους που μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους από μακριά.

Το ερώτημα λοιπόν γίνεται αν όλοι όσοι αποφάσισαν να μετακομίσουν σε μια μικρότερη πόλη, θα παραμείνουν εκεί, μόλις η πανδημία γίνει παρελθόν ή, πολύ απλά, μόλις περάσει ο πρώτος ενθουσιασμός. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι, αν δημιουργηθεί το κατάλληλο οικοσύστημα για να τους δελεάσει και να τους κρατήσει, αν οργανωθούν οι κοινότητες με λειτουργικά co-working spaces, αν η νέα τους κοινότητα νιώθουν  ότι τους προσφέρει ένα φιλόξενο και δημιουργικό περιβάλλον, αν υπάρχουν δυνατότητες για καινοτομία και ανάπτυξη επιχειρηματικότητας και στην επαρχία, οι άνθρωποι θα μείνουν. Και, ακόμα και αν η μικρή πόλη που επέλεξαν δεν τους κάνει, δε σημαίνει απαραίτητα ότι θα επιστρέψουν σε κάποια μητρόπολη. Μπορεί δηλαδή η κινητικότητα πλέον να διευρυνθεί μεταξύ περιφερειακών πόλεων και κοινοτήτων.