Πώς Δέλτα και Δωδώνη συμπληρώνουν η μία την άλλη στην ελληνική γαλακτοβιομηχανία

Η εγχώρια αγορά γαλακτοκομικών τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει ευρύ πεδίο εξελίξεων. Ως αποκορύφωμα των κινήσεων αυτών θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η εξαγορά της Δέλτα μέσα από την απόκτηση του ομίλου Vivartia Συμμετοχών, αλλά και της πλειοψηφίας των μετοχών της Δωδώνη από την ρωσική SI Foods.

Και οι δύο κινήσεις είχαν την ίδια κατάληξη ή εάν θέλετε τον ίδιο παραλήπτη: το αμερικανικό fund, CVC Capital Partners, το οποίο με τις δύο αυτές κινήσεις απέκτησε ένα ισχυρό επιχειρηματικό όχημα στην ελληνική αγορά. Εάν κανείς ανέλυε την κίνηση του fund, θα έβλεπε σε μία πρώτη και πιο επιφανειακή ανάγνωση την εξαγορά δύο ισχυρών εταιρειών με δραστηριότητα στην γαλακτοβιομηχανία και στην τυροκομία.

Σε δεύτερο χρόνο όμως αυτό που συμβαίνει επί της ουσίας, είναι ότι αφενός η Δέλτα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα παραγωγικής δραστηριότητας που σχετίζεται με το αγελαδινό γάλα, του οποίου αυτή τη στιγμή αποτελεί και τον μεγαλύτερο – από πλευράς ποσοτήτων – εισκομιστή, και ότι αφετέρου η Δωδώνη αποτελεί έναν ισχυρό παίκτη που ασχολείται κυρίως με την εισκόμιση αιγοπρόβειου γάλακτος, το οποίο χρησιμοποιείται για την παρασκευή της φέτας, για την οποία μάλιστα είναι διάσημη και αρκετά δραστήρια και στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα όμως, η Δωδώνη έχει δραστηριότητα και στην παραγωγή χαλουμιού στην Κύπρο, η βάση του οποίου ως πρώτη ύλη είναι και πάλι το αιγοπρόβειο γάλα. 

Οι δύο επιχειρηματικές οντότητες που δρουν συμπληρωματικά

Από την άλλη, η Δέλτα έχει ισχυρότατη παρουσία στην ελληνική αγορά, αλλά σχετικά περιορισμένη διεθνή δραστηριότητα στον τομέα των εξαγωγών σε σύγκριση με τη Δωδώνη. Επομένως θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι οι δύο εταιρείες έρχονται να συμπληρώσουν η μία τη δραστηριότητα της άλλης, δεδομένου ότι επί της ουσίας το αντικείμενο αλλά και ο τρόπος δραστηριοποίησής τους είναι σχεδόν εκ διαμέτρου αντίθετος.

Σε μία προσπάθεια να αντιληφθούμε τις αναλογίες μεταξύ των δύο επιχειρήσεων, είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η Δέλτα στη διάρκεια του 2020 διατηρούσε το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στο φρέσκο παστεριωμένο γάλα σε επίπεδο πωλήσεων σε αξία, με 24,8%, έναντι του ανταγωνισμού της. Από την πλευρά της, η Δωδώνη είναι η δεύτερη εταιρεία πίσω από την Όπτιμα (φέτα Ήπειρος) και μαζί με τη Mondelez (διαθέτει στην αγορά το τυρί κρέμα Philadelphia), με μερίδιο 13% σε αξία πωλήσεων το 2020 στην κατηγορία των τυποποιημένων μαλακών τυριών.

Γι’ αυτό και επί της ουσίας αυτό που δημιουργείται είναι μία πιο ολοκληρωμένη δραστηριότητα στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων και όχι μία δραστηριότητα που έρχεται απόλυτα να κερδίσει πεδίο ή μερίδιο από τους ανταγωνιστές.

Στην πράξη δηλαδή η Δωδώνη ελάχιστα έρχεται να προσθέσει στο μερίδιο της Δέλτα στο φρέσκο παστεριωμένο αγελαδινό γάλα, όπου δεύτερος παίκτης της αγοράς είναι τα Ελληνικά Γαλακτοκομεία, και από την πλευρά της η Δέλτα ελάχιστα έρχεται να προσθέσει στην κατηγορία των μαλακών τυριών για τη Δωδώνη, σε σημείο που θα μπορούσε να προκαλέσει οποιοδήποτε ζήτημα σε επίπεδο ανταγωνισμού, είτε για την πρώτη της αγοράς Όπτιμα, είτε και για τη Mondelez ή για τους υπόλοιπους παίκτες που δραστηριοποιούνται με ισχυρό αποτύπωμα στην Ελλάδα στη συγκεκριμένη κατηγορία τυριών που προαναφέραμε. 

Nα σημειωθεί ταυτόχρονα ότι το σοκολατούχο γάλα που η Δέλτα παράγει, έχοντας εδραιωμένη θέση με το Milko τα τελευταία χρόνια, επίσης είναι ένα προϊόν όπου η Δωδώνη διατηρεί σημαντικά μικρότερο μερίδιο με το γάλα Milk & Choco, ενώ και το γιαούρτι αποτελεί μία κατηγορία που κυρίως εδραιωμένη παρουσία διατηρεί η Δέλτα και πολύ λιγότερο η Δωδώνη, γεγονός που εκτιμάται ότι δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική ανατροπή των δεδομένων σε επίπεδο ανταγωνισμού στις δύο αυτές κατηγορίες. 

Ισχυρή επιχειρηματική «ομπρέλα» στη γαλακτοβιομηχανία από τη CVC

H CVC από την πλευρά της διατηρεί αυτή τη στιγμή ισχυρή θέση τόσο στην ελληνική όσο και στην κυπριακή αγορά με το χαλούμι, για την παραγωγή του οποίου η Δωδώνη διαθέτει δύο εργοστάσια στη Μεγαλόνησο. Επιπλέον, το fund εξαγόρασε πρόσφατα και την εταιρεία εισαγωγής γάλακτος και τυροκομικών προϊόντων Γκατένιο, βάζοντας ένα ακόμα κομμάτι στο παζλ της στρατηγικής που κάνει λόγο για τη δημιουργία μίας ισχυρής «ομπρέλας» εταιρειών στον κλάδο της γαλακτοβιομηχανίας. Mάλιστα, όπως πληροφορούμαστε, αυτή την περίοδο η CVC συνεχίζει να διερευνά πιθανότητες και ευκαιρίες εξαγορών και άλλων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην ελληνική γαλακτοβιομηχανία.

Το σχήμα άλλωστε δεν αποτελεί κάτι άγνωστο για την Ελλάδα αλλά και για τη στρατηγική του fund, καθώς κάτι ανάλογο έχει συμβεί και στην περίπτωση των ιδιωτικών θεραπευτηρίων που κατά σειρά έχει εξαγοράσει η CVC, ήτοι του Metropolitan, του Ιασώ General και του Υγεία, δημιουργώντας τον ισχυρότερο όμιλο στον τομέα της υγείας, με την ονομασία Hellenic Healthcare Group. 

SHARE

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here