Οι πολλές ώρες δουλειάς συνεχίζουν να θεωρούνται δείκτης επιτυχίας

Την εποχή που συζητάμε για το burnout, για το πώς η εργασία από το σπίτι θολώνει τα όρια ανάμεσα στην προσωπική και την επαγγελματική ζωή, για «me time», προσωπικό ποιοτικό χρόνο, δηλαδή, και wellness, μία συγκεκριμένη στάση ζωής ή αντίληψη παραμένει, κόντρα σε όλα αυτά, πραγματικότητα: το ότι το να δουλεύει κανείς ατέλειωτες ώρες θεωρείται ακόμα δείκτης προσωπικής επιτυχίας.

Η glamour-οποίηση ενός τρόπου ζωής που περιλαμβάνει, ουσιαστικά, μόνο δουλειά, δεν είναι κάτι νέο. Οι χρηματιστές των ‘80s, που είχαν δημιουργήσει την εικόνα ότι περνούσαν τη ζωή τους κοστουμαρισμένοι στο γραφείο φωνάζοντας στα τηλέφωνα – όπως παρουσιάζονταν σε ταινίες όπως το «Wall Street: το χρήμα ποτέ δεν πεθαίνει», με τον Michael Douglas – δίνουν μια καλή εικόνα της επικρατούσας άποψης ότι αυτή η «φυλή» των ανθρώπων που αναπνέουν γα τη δουλειά τους, ζει μια συναρπαστική ζωή· κουραστική μεν, αλλά με πλούσια ανταμοιβή. 

Ο όρος «workaholic» προέκυψε τότε, με ένα περίεργο κρυφό θετικό πρόσημο, όμως: αυτοί οι άνθρωποι ήταν οι πετυχημένοι της εποχής, και ας μην έκαναν τίποτε άλλο στη ζωή τους πέρα από το να δουλεύουν. Δεκαετίες και μία πανδημία μετά, οι αντιλήψεις για τις προτεραιότητες και για το τι έχει αξία στη ζωή έχουν σαφώς αλλάξει, και θα περίμενε κανείς μια πιο «cool» αντιμετώπιση του κομματιού εκείνου της ζωής που είναι αφιερωμένο στη δουλειά, ωστόσο τα στοιχεία είναι αμείλικτα:

Αυτήν τη στιγμή, οι εργαζόμενοι σε όλο τον κοσμο δουλεύουν κατά μέσο όρο 9,2 ώρες την εβδομάδα παραπάνω, χωρίς να πληρώνονται. Το 2020 αυτό το «έξτρα» κάλυπτε 7,3 ώρες. Μέσα σε μια ιδιάζουσα πανδημική καθημερινότητα, το ίντερνετ είναι γεμάτο με inspirational άρθρα για την επιτυχία και το πώς δουλεύοντας μπορεί κανείς να αλλάξει τον κόσμο, και μεγιστάνες όπως ο Elon Musk περιγράφουν τις συνήθειες αφοσίωσης στην επαγγελματική τους ζωή δίνοντας συμβουλές για τη βέλτιστη αξιοποίηση του χρόνου και για το πώς μπορεί κανείς να οργανώνει τον ύπνο του έτσι ώστε να αντέχει να κοιμάται λιγότερο και να έχει περισσότερο χρόνο για δουλειά.

Βέβαια, σήμερα, το «περιτύλιγμα» της εξοντωτικής σχεδόν δουλειάς είναι διαφορετικό, εμπλουτισμένο με εμπνευσμένες ατάκες πρωτοπόρων του πνεύματος (και των επιχειρήσεων), που τοποθετούν όλον αυτόν τον κόπο σε ένα πλαίσιο προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο και προσπάθειας «να κάνουμε τη διαφορά». Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο: ανισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, απώλεια του μέτρου, burnout.

Δείτε ακόμα: Γιατί οι απλήρωτες έξτρα ώρες εργασίας έγιναν η νόρμα;

Και είναι ενδιαφέρον το πώς, τώρα που γνωρίζουμε τόσα πολλά για το burnout, το οποίο αναγνωρίστηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, μόλις το 2019, ως σύνδρομο «που απορρέει από χρόνιο εργασιακό στρες που δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά», συνεχίζουμε να φωτίζουμε τις ατέλειωτες ώρες εργασίας με ένα σχεδόν ρομαντικό φως. «Εξουθένωση, αρνητικά συναισθήματα για τη δουλειά, και αίσθηση επαγγελματικής ανεπάρκειας» είναι μερικέ από τις συνέπειες του burnout, για να μην αναφερθούμε στον σωματικό αντίκτυπο που μπορεί να έχει ένας τέτοιος τρόπος ζωής· κι όμως, στα social media, στις συζητήσεις, οι εργαζόμενοι σχεδόν υπερηφανεύονται για την εξάντλησή τους και για το ότι δεν κάνουν τίποτε άλλο στη ζωή τους, με αναρτήσεις από την εργασιακή τους καθημερινότητα συνοδευόμενες από αποφθέγματα προορισμένα να εμπνεύσουν και να δώσουν κίνητρο.

Και στο παρελθόν

Το ότι συνεχίζει να μας αποσχολεί αυτό το φαινόμενο γίνεται ακόμα πιο εντυπωσιακό αν αναλογιστούμε πόσο πίσω στον χρόνο έχει τις ρίζες του. Πιο συγκεκριμένα, στη δεκαετία του ’50 οι Ιάπωνες δούλευαν εξαντλητικά με παρότρυνση της κυβέρνησης, για να ξαναχτίσουν τη χώρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή στις αραβικές χώρες, με το πιεσμένο σύστημα υγείας, το burnout είναι συνηθισμένο στους επαγγελματίες υγείας. Οι πρώτες έρευνες για το burnout έγιναν τη δεκαετία του 1970, στους εργαζόμενους των κέντρων πρόληψης και διαχείρισης κρίσεων, που δούλευαν περίπου με τον ίδιο τρόπο που δουλεύουν σήμερα, μέχρι εξόντωσης, οι εργαζόμενοι στο μέτωπο της πανδημίας.

Δείτε ακόμα: Γιατί τώρα συζητιέται ξανά η ιδέα της 4ήμερης εργασίας

Ωστόσο, αυτή η ωραιοποίηση με την οποία αντιμετωπίζεται το φαινόμενο, παραμένει – ειδικά στις αναπτυγμένες χώρες του δυτικού κόσμου, με μια έμφαση στις αγγλοσαξωνικές, ίσως. ‘Όπως εξηγούν οι ειδικοί, η βάση αυτής της νοοτροπίας βρίσκεται στην προτεσταντική ηθική περί της εργασίας, που από τον 16ο αιώνα δίνει έμφαση στη σκληρή δουλειά ως δρόμο προς την αρετή. Η Βιομηχανική Επανάσταση έφερε στο προσκήνιο τη θεά «Παραγωγικότητα» και την αποτελεματικότητα, που ενδυνάμωσε αυτήν τη νοοτροπία, σε βάρος της προσωπικής ευημερίας.

Στα ‘80s, την εποχή του Θατσερισμού και του Ρήγκαν, οι πολλές ώρες δουλειάς ζευγάρωσαν με τον καινούριο, γρήγορο τρόπο ζωής και τον καταναλωτισμό, στα ‘90s ήρθαν οι γιάπις να δώσουν έμφαση στο glamour και την επιτυχία, και στη δεκαετία το 2000 το Armani κοστούμι της Wall Street αντικαταστάθηκε από το φούτερ με κουκούλα των νεαρών ιδιοφυών των startups όπως το Facebook και το Google, οι οποίοι, κατά μία τραγική ειρωνεία, αν και εμποτισμένοι με την κουλτούρα του inspirational και της δημιουργικότητας-με-σκοπό, δημιούργησαν, με σκληρή δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ, όλα εκείνα – εφαρμογές, πλατφόρμες, Zoom, Slack, Teams – που μας επιτρέπουν να είμαστε διαθέσιμοι για δουλειά 24 ώρες το 24ωρο.

Βέβαια, σήμερα, πολλοί από όσους δουλεύουν χωρίς σταματημό το κάνουν για να ξεπληρώσουν ίσως τα χρέη τους, ή για να κερδίσουν την προαγωγή που θέλουν και να χτίσουν την καριέρα που ονειρεύονται. Και όλα αυτά, αμπαλαρισμένα πολύ συχνά με τις έννοιες του «πάθους» και του «ονείρου».

Από το σήμερα, στο μέλλον

Έρευνες όμως, όπως μία της Goldman Sachs, στην οποία αναφέρεται το BBC, καταγράφουν εργαζόμενους να δουλεύουν κατά μέσο όρο 95 ώρες την εβδομάδα και να κοιμούνται πέντε ώρες την ημέρα, κάτι που και οι ίδιοι οι συμμετέχοντες χαρακτηρίζουν απάνθρωπο.

Παράλληλα, στα social media οι χρήστες συζητούν για την ψυχική υγεία, την κατάθλιψη, τις κρίσεις πανικού που προέρχονται από τη δουλειά. Και με την έρευνα του LinkedIn τον Νοέμβριο, στην οποία το 50% των συμμετεχόντων δηλώνουν ότι με την πανδημία – όπου η τηλεργασία επιβάρυνε τον προσωπικό χρόνο, όπως όλοι παραδέχονται -, η ισορροπία προσωπικής ζωής και δουλειάς έγινε πιο σημαντική, άλλαξαν δηλαδή οι προτεραιότητες, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα πράγματα έχουν αρχίσει να ματαβάλλονται. Ακόμα και οι μεγάλες εταιρείες προσφέρουν πια ψυχολογική υποστήριξη στους υπαλλήλους τους και πρόσβαση σε προγράμματα και εφαρμογές που επικεντρώνονται στην προσωπική ευημερία. 

Παρόλ’ αυτά, οι ειδικοί δεν πιστεύουν πως όντως μπαίνουμε σε μια εποχή με διαφορετικές προτεραιότητες και λιγότερη δουλειά – ή τουλάχιστον όχι δουλειά μέχρι εξόντωσης. Γιατί, εξηγούν, όπως και να’χει, οι σύγχρονες τεχνολογίες, που μας διευκόλυναν τόσο, μας κρατούν δεσμευμένους όλη μέρα στη δουλειά. Αν ένας εργαζόμενος δεν απαντήσει σε ένα mail τα μεσάνυχτα, ίσως φοβάται ότι θα αντικατασταθεί από κάποιον άλλο που είναι πρόθυμος να το κάνει· οι επιχειρήσεις, εξάλλου, θέλουν να γίνει η δουλειά με όσο το δυνατόν πιο προσοδοφόρο τρόπο. Συγχρόνως, όσο τα χρήματα και το status που προσφέρει η επαγγελματική επιτυχία αποτιμώνται τόσο υψηλά, πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να κάνουν ό,τι χρειάζεται για να τα κερδίσουν. 

Συνεπώς, πρόκεται, εν τέλει, για θέμα προτεραιοτήτων, διαφορετικά το burnout και η non-stop δουλειά δεν πρόκειται να εξαλειφθούν. Από τη μία πρέπει οι εργαζόμενοι να πάψουν να γοητεύονται  από μια συνθήκη που τους κρατά στα όρια του burnout, για να αισθάνονται επιτυχημένοι, από την άλλη, όμως, πρέπει και οι εταιρείες να πάψουν να θεωρούν αυτονόητο και να δίνουν την εντύπωση ότι περιμένουν από τους υπαλλήλους τους να είναι διαθέσιμοι όλη μέρα, για να τους θεωρήσουν αποδοτικούς. 

SHARE

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here