Οι κινήσεις της Άμβυξ που κάλυψαν το κενό της Bacardi

Τον περασμένο Δεκέμβριο γινόταν γνωστό ότι η Άμβυξ μετά από μία αποδοτική για την ίδια συνεργασία, η οποία υπολογίζεται ότι της απέφερε σημαντικό μέρος του τζίρου της σε επίπεδα άνω των 20 εκατ. ευρώ ετησίως, θα διέκοπτε τη συνεργασία της με τη Bacardi για την διανομή του premium χαρτοφυλακίου της εταιρείας στην ελληνική αγορά.

Τη σκυτάλη ανέλαβε η Αθηναϊκή Ζυθοποιία, η οποία διακινεί τα εμπορικά σήματα Heineken και Amstel στην Ελλάδα, γεγονός που παρά τη διαφορά που θα είχαν τα λεγόμενα «σκληρά» αλκοολούχα της Bacardi με τη μπύρα που αποτελεί το κύριο αντικείμενό της, θεωρήθηκε από την ίδια ότι θα μπορούσε σε συνδυασμό των δύο χαρτοφυλακίων να ενισχύσει την προσβασιμότητα και το δίκτυο διανομής της στο λεγόμενο κανάλι on-trade, δηλαδή στα σημεία εστίασης, όπου σερβίρεται αλκοόλ. Στο χαρτοφυλάκιο αυτό της Bacardi περιλαμβάνονταν το ρούμι, το βερμούτ, οι αφρώδεις οίνοι Martini, το τζιν Bombay Saphire, η βότκα Grey Goose, το ουίσκι Dewar’s και η τεκίλα Patron. 

Από πολλούς – και ίσως όχι άδικα – η απώλεια του εν λόγω χαρτοφυλακίου θεωρήθηκε σημαντικό πλήγμα για την Άμβυξ, δεδομένης της συνεισφοράς που είχε στο τζίρο της αλλά και λόγω του ότι πρόκειται για μία σειρά εμπορικών σημάτων με ηχηρό αποτύπωμα στην διεθνή και φυσικά στην ελληνική αγορά. 

Παρόλ’ αυτά η οικογένεια Ρεβάχ, στην οποία ανήκει η Άμβυξ και ο γενικός διευθυντής της εταιρείας, Γιάννης Αρτινός, δεν κράτησε στάση αναμονής μπροστά στις εξελίξεις. Αντιθέτως κινήθηκε άκρως επιθετικά, φέρνοντας σταδιακά στο χαρτοφυλάκιό της εταιρείας, προϊόντα όπως αυτά της Proximo Spirits, με εμπορικά σήματα αλκοολούχων όπως η Jose Cuervo, η 1800 Tequila, το ρούμι Kraken και το ουίσκι Bushmills. Τις συγκεκριμένες μάρκες διένειμε έως εκείνη τη στιγμή η Beverage World, εταιρεία συμφερόντων του κυπριακού ομίλου επιχειρήσεων Photos Photiades Group. Η Άμβυξ δεν έμεινε εκεί. Συνέχισε την επιθετική της εμπορική πολιτική, εντάσσοντας στη γκάμα της ολόκληρο το προϊοντικό χαρτοφυλάκιο της LVMH (Moët Hennessy Louis Vuitton). 

Η συμφωνία με την LVMH

Η συμφωνία με τον γαλλικό πολυεθνικό οίκο, η οποία  οποία ενεργοποιήθηκε στις 15 Ιουνίου αφορούσε στην αποκλειστική διανομή, εμπορία και μάρκετινγκ της βότκας Belvedere, της σαμπάνιας Veuve Clicquot Ponsardin, και των premium malts Ardbeg and Glenmorangie. Τα εν λόγω ποτά έρχονταν να προστεθούν στις υπάρχουσες μάρκες που ήδη είχε η Άμβυξ όπως η Moët & Chandon, η Dom Perignon, η Ruinart, τα Estate & Wines και το Hennessy Cognac. Οι κινήσεις αυτές μάλιστα υλοποιήθηκαν σε μία περίοδο κατά την οποία το στοίχημα της εστίασης στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως λόγω των ειδικών συνθηκών που είχε επιφέρει στη ζωή όλων μας η Covid-19 και της αβεβαιότητας που έως και σήμερα επικρατεί, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως κινήσεις υψηλού ρίσκου από την εταιρεία αλκοολούχων. 

 Παρόλ’ αυτά το αποτέλεσμα ήταν τέτοιο που όπως φάνηκε δικαίωσε την εταιρεία. Κι αυτό γιατί παρά το γεγονός ότι έχασε το 30% του κύκλου εργασιών της το 2020 σε σύγκριση με το 2019, παρέμεινε κερδοφόρα προ φόρων στα 1,2 εκατ. ευρώ, έναντι 5,8 εκατ. ευρώ που ήταν το αντίστοιχο αποτέλεσμα του 2019. Ταυτόχρονα όμως ισχυροποίησε το μερίδιό της στην αγορά κατά 2,4 μονάδες, ανερχόμενη στο 25,3%. Σε μία χρονιά όπως το 2021, όπου τα δεδομένα άρχισαν σταδιακά να αντιστρέφονται, η εταιρεία αύξησε τις πωλήσεις της κατά 50% σε σύγκριση με το 2020, εκμεταλλευόμενη κατά κύριο λόγο την επαναφορά της τουριστικής κίνησης στην Ελλάδα και το γεγονός ότι η αγορά κατέγραψε ανοδική πορεία κατά 45% και υπολείπεται πλέον κατά 3% σε σχέση με το 2019. 

Η διαδρομή από τα τρόφιμα και τα αλκοολούχα αποκλειστικά στα αλκοολούχα

Το όνομα της εταιρείας προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη  άμβυξ που σημαίνει δοχείο απόσταξης. Η ιστορία της επιχείρησης ξεκίνησε να καταγράφεται από το 1917, όταν ο Αλβέρτος Ρεβάχ, μαζί με δύο συνεργάτες του, ίδρυσαν μια μικρή εμπορική και εισαγωγική εταιρεία στη Θεσσαλονίκη, την τότε εμπορική πρωτεύουσα της Ελλάδας. Στο πλάνο της δραστηριότητάς τους ήταν να εισάγουν διάφορα τρόφιμα, οινοπνευματώδη ποτά και κρασιά από ολόκληρη την Ευρώπη. Διένειμαν επίσης γνωστές και επώνυμες ελληνικές μάρκες τροφίμων και ποτών της εποχής, ως αντιπρόσωποι Βορείου Ελλάδος.

Το 1925 η επιχείρηση που ακόμα ήταν μικρού βεληνεκούς σε σχέση με τα σημερινά δεδομένα, έλαβε μέρος για πρώτη φορά στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ήδη είχε αναλάβει την αντιπροσωπία για ορισμένα δημοφιλή προϊόντα στην Ελλάδα, όπως το Campari, η σαμπάνια Moët & Chandon ή το Perrier. Το 1967 ο Αλβέρτος Ρεβάχ έφυγε από τη ζωή μετά από μάχη με τον διαβήτη. Μετά τον θάνατό του, ο γιος του Ισίδωρος Ρεβάχ, ανέλαβε την επιχείρηση σε ηλικία 21 ετών. Ωστόσο αναγνώρισε ότι το νεαρό της ηλικίας του δεν θα του άφηνε το περιθώριο να χτίσει νέες συνεργασίες που επιθυμούσε. Γι’ αυτό και ζήτησε από τον ξάδερφό του, Μωυσή Ναχμία, ηλικίας πενήντα ετών και ήδη επιτυχημένο επιχειρηματία σε άλλον κλάδο, να συνεργαστούν.

Από κοινού οι δύο επιχειρηματίες αποφάσισαν τότε ότι η εταιρεία θα έπρεπε να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην αγορά οίνων και ποτών. Γι’ αυτό και άφησαν στην άκρη την δραστηριότητα που σχετιζόταν με την διανομή τροφίμων. Αυτή ήταν ουσιαστικά η κίνηση που καθόρισε τον χαρακτήρα της επιχείρησης για τα επόμενα χρόνια έως και σήμερα. 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here