Η παρακολούθηση της αγοράς μεταπώλησης για τις μάρκες πολυτελείας

Για κάθε μάρκα πολυτελείας, η εξεύρεση του τόπου μεταπώλησης των προϊόντων της και η παρακολούθηση αυτής της αγοράς είναι από τις πιο δύσκολες προκλήσεις.

Αυτό διευκολύνεται από τη γαλλική νεοφυή επιχείρηση Data&Data, μια πλατφόρμα μεγάλων δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης που παρακολουθεί τη δραστηριότητα της αγοράς μεταπώλησης σε διαδικτυακές αγορές και μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ισχυρή ανάπτυξη. Οι μάρκες θεωρούν τα δεδομένα της χρήσιμα για την ενημέρωση τόσο για τις στρατηγικές παραγωγής όσο και για τις στρατηγικές marketing.Η Data&Data διαχειρίζεται κατά παραγγελία παρακολούθηση και πίνακες ελέγχου για πάνω από 30 μάρκες, συμπεριλαμβανομένων των Cartier και Audemars Piguet, και 11 κυρίως μη γνωστοποιημένες μάρκες στο χαρτοφυλάκιο πολυτελών προϊόντων της LVMH, συμπεριλαμβανομένης της Bulgari. Το πελατολόγιο περιλαμβάνει επίσης το 70% των ελβετικών brand ρολογιών, πράγμα που βοήθησε να οδηγηθεί η μάρκα σε κερδοφορία το 2018.

Κατά τη διάρκεια του 2020 η εταιρεία κατάφερε να διατηρήσει το 98% των πελατών της και να αυξήσει τις πωλήσεις κατά 140%. Αφού κέρδισε το βραβείο καινοτομίας 2021 της LVMH για τα δεδομένα και την ευφυΐα, η εταιρεία στοχεύει πλέον σε 100% ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης κάθε χρόνο για τα επόμενα πέντε χρόνια.Η LVMH διαφέρει από τους υπόλοιπους οίκους πολυτέλειας εξαιτίας του αποκεντρωμένου μοντέλου που εφαρμόζει, το οποίο λειτουργεί ευνοϊκά όσον αφορά την επιχειρηματικότητα, τη ταχύτητα καθώς και το αίσθημα της κατάκτησης των στόχων. Ως ο μεγαλύτερος όμιλος του luxury τομέα, ο ρόλος της LVMH είναι να βοηθήσει στον επαναπροσδιορισμό της ίδιας της έννοιας της πολυτέλειας. Η LVMH έγινε ο κυρίαρχος της βιομηχανίας της πολυτελείας, χάρη στην ισχυρή αύξηση τόσο των πωλήσεων όσο και των εξαγορών της.

Στην “γκρίζα” αγορά οι μπουτίκ εντός του εξουσιοδοτημένου δικτύου διανομής μιας μάρκας πωλούν αυθεντικά προϊόντα σε μη εξουσιοδοτημένους third party retailers. Αυτοί οι πωλητές της “γκρίζας” αγοράς μπορούν στη συνέχεια να κάνουν μεγάλες εκπτώσεις και αλλάζοντας την τιμή να το πουλήσουν από μια νέα περιοχή, χωρίς έγκυρες εγγυήσεις ή πολιτικές μεταγενέστερης φροντίδας.Αυτό μπορεί να βλάψει τη φήμη μιας μάρκας. Ανάλογα με τη δικαιοδοσία, οι πωλήσεις στην “γκρίζα” αγορά θα μπορούσαν να παραβιάσουν τα δικαιώματα των ιδιοκτητών των brands και να καταστήσουν πιο δύσκολο για αυτούς να αποτρέψουν τις μη εξουσιοδοτημένες πωλήσεις των προϊόντων που φέρουν το σήμα τους.

Πολλές πολυτελείς μάρκες πωλούν online μέσω μιας μικρής ομάδας λιανοπωλητών ή δεν διαθέτουν καθόλου ηλεκτρονικό εμπόριο. Γι’ αυτές, αυτή η δραστηριότητα της “γκρίζας” αγοράς και της μεταπώλησης, που περιλαμβάνει την πώληση αγαθών σε τιμές 30 έως 40% χαμηλότερες από τις τιμές των εξουσιοδοτημένων καταστημάτων, μπορεί να είναι εξαιρετικά επιζήμια για το περιθώριο κέρδους των αγαθών πολυτελείας.Για άλλες πολυτελείς μάρκες, η “γκρίζα” αγορά θα μπορούσε να παρέχει ένα πρόσθετο κανάλι λιανικής πώλησης μέσω του οποίου θα μπορούν να πωλούνται τα αποθέματα που δεν έχουν πωληθεί και τα οποία έχουν απομείνει στα “κανονικά” κανάλια πωλήσεών τους, μειώνοντας έτσι την ποσότητα του πλεονάζοντος αποθέματος που μπορεί να καταλήξει στις χωματερές.

Για τις μάρκες που δεν επιθυμούν να πωλούνται μέσω της “γκρίζας” αγοράς, εργαλεία όπως η Data&Data μπορούν να βοηθήσουν.Η μεταπώληση αναμένεται να αναπτυχθεί 11 φορές ταχύτερα από τον ευρύτερο τομέα της λιανικής πώλησης ενδυμάτων μέχρι το 2025. Η προβλεπόμενη ανάπτυξη της μεταπώλησης οφείλεται στους αυξημένους πωλητές που κυκλοφορούν στην αγορά εξαιρετικά προϊόντα.Σύμφωνα με την έρευνα, το 2020, οι πωλητές που πούλησαν για πρώτη φορά secondhand ρούχα ήταν 36,2 εκατομμύρια, το σύνολο των πωλητών έφτασε τους 52,6 εκατομμύρια, ενώ ο αναμενόμενος αριθμός πωλητών στο μέλλον είναι 118,8 εκατομμύρια.

Το 76% των ανθρώπων που δεν έχουν μεταπωλήσει ποτέ ξανά κάποιο από τα ρούχα τους, είναι πρόθυμοι να το κάνουν.Η μεταπώληση έχει θετικό αντίκτυπο στη μόδα, που αποτελεί μια από τις πιο ρυπογόνες βιομηχανίες στον κόσμο. Κατά την τελευταία δεκαετία 6,65 δισεκατομμύρια είδη ένδυσης έχουν ανακυκλωθεί μέσω της αγοράς secondhand. Οι καταναλωτές εξοικονόμησαν ένα ποσό 390 δισεκατομμυρίων δολαρίων αγοράζοντας secondhand, ενώ 116 δισεκατομμύρια λίβρες CO2 εκτοπίστηκαν λόγω της προτίμησης μεταχειρισμένων ειδών.

Προς το παρόν, η Data&Data δεν έχει πολλούς άμεσους ανταγωνιστές που μπορούν να παρέχουν την πλήρη σειρά μετρήσεων και ιστορικά δεδομένα ετών. Ωστόσο, έχει μεγάλο ανταγωνισμό στον τομέα της παρακολούθησης των τιμών, καθώς αυτό είναι κάτι που μπορούν να κάνουν πολλές εταιρείες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here