Είναι το virtual franchising το μέλλον του ηλεκτρονικού εμπορίου;

Το βασικό concept του franchising είναι λίγο πολύ γνωστό και επιτυχημένο, καθώς δίνει τη δυνατότητα σε έναν νέο επιχειρηματία να βασιστεί στην επιτυχία και την τεχνογνωσία ενός έμπειρου brand και να δημιουργήσει τη δική του επιχείρηση με το ίδιο όνομα. 

Αυτή η βασική ιδέα βλέπουμε τώρα ότι εξελίσσεται, αποδεικνύοντας την ευελιξία και τις δυνατότητές της, στον virtual χώρο του ηλεκτρονικού εμπορίου, προσφέροντας ευκαιρίες επιτυχίας σε νέους επιχειρηματίες, με μοναδικό μέσο μια σύνδεση στο ίντερνετ. 

Η δημοφιλία αυτού του νέου μοντέλου, που τώρα εξελίσσεται, δε φαίνεται να εκπλήσσει, την εποχή που μεγάλο μέρος των αγορών πραγματοποιείται πλέον online. To ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι αναπτύχθηκε, παράλληλα με τα ηλεκτρονικά καταστήματα των μεγάλων retailers, και το μοντέλο των D2C (Direct-to-Consumer) εταιρειών, που δημιουργούν, δέχονται παραγγελίες και αποστέλλουν τα προϊόντα τους κατευθείαν στον καταναλωτή, χωρίς τη μεσολάβηση των retailers. Έτσι, είδαμε να αναπτύσσονται ραγδαία εταιρείες sustainable καλλυντικών, για παράδειγμα, που μέσα από τα social media πωλούν κατευθείαν τα προϊόντα τους στους πελάτες τους, αλλάζοντας τα δεδομένα της αγοράς.

Πάνω σε αυτό το D2C μοντέλο έρχεται να «κουμπώσει» το concept του virtual franchising, με τρόπο που πολλοί υποστηρίζουν ότι συνδυάζει τις καλύτερες ιδιότητες των δύο αυτών κόσμων – του παραδοσιακού franchising και του D2C ηλεκτρονικού εμπορίου.

Το ghost franchising

Το virtual franchising έχει αρχίσει να εφαρμόζεται στον τομέα των εστιατορίων, που ούτως ή άλλως αποτελεί παραδοσιακά κλάδο όπου το franchising διαπρέπει, και είναι ίσως περισσότερο γνωστό με τον όρο «ghost franchising», που παραπέμπει στις ghost kitchens των μη επισκέψιμων εστιατορίων. Χάρη στο ghost ή virtual franchising, λοιπόν, ένα επιτυχημένο εστιατόριο μπορεί να «πουλήσει» το brand του, ένα διάσημο πιάτο του μενού του (ή μέρος ή ολόκληρο το μενού του), σε έναν virtual franchisee που διαχειρίζεται τη νέα του επιχείρηση από το σπίτι.

Εκείνος βρίσκει συνεργάτες, ίσως ένα οποιοδήποτε εστιατόριο/ghost κουζίνα οποιασδήποτε περιοχής, και τους αναθέτει τη δημιουργία του μενού ή του πιάτου. Τα υλικά, η συνταγή, η τεχνογνωσία, τα υλικά συσκευασίας, παρέχονται από το franchisor εστιατόριο. Έτσι, όταν ένας πελάτης θέλει να απολαύσει το διάσημο πιάτο ενός εστιατορίου μιας άλλης πόλης, μπορεί να το παραγγείλει από τον franchisee, που θα του το στείλει με διανομέα ο οποίος θα το παραλάβει μαγειρεμένο σε κάποια κουζίνα εστιατορίου της δικής του πόλης. Έτσι, λένε οι θιασώτες του concept, ωφελούνται και οι μικρές επιμέρους επιχειρήσεις, που δημιουργούν το επώνυμο προϊόν – ενώ ο franchisee οργανώνει τα πάντα από το σπίτι του.

Δείτε ακόμα: είναι αυτό το colpo grosso του efood;

Με αυτήν τη λογική μπορεί να λειτουργήσει το virtual franchising σε οτιδήποτε βέβαια, και με την αισοδοξία ότι θα έχει επιτυχία, καθώς βασίζεται στο καταξιωμένο, δυνατό branding, όπως στο κλασικό franchising.

Για την προώθηση της ιδέας τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται από πλατφόρμες που βοηθούν νέους franchisees να χτίσουν τη virtual επιχείρησή τους, αναφέρουν το ότι είναι κανείς αφεντικό του εαυτού του, ότι δεν έχει λειτουργικά έξοδα, καθώς το μόνο που απαιτείται είναι μια σύνδεση στο ίντερνετ, το ότι δε χρειάζεται να προσλάβει υπαλλήλους και ότι μπορεί να διατηρήσει μια ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική και την επαγγλεματική του ζωή.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που προβληματίζουν όσους βλέπουν αυτήν την αγορά να αναπτύσσεται, ξεκινώντας από τα εστιατόρια.

Κατ’αρχάς, δεν είναι πάντα βέβαιο ότι στον καταναλωτή το τελικό προϊόν που θα παραλάβει θα έχει ακριβώς τα γνωρίσματα και την ποιότητα του brand από το οποίο θέλει να αγοράσει. Αυτό σημαίνει ότι είναι ίσως δύσκολο να διατηρηθεί μια συνέπεια στην ποιότητα των προϊόντων, γεγονός που μπορεί να βλάψει την ταυτότητα του μητρικού brand.

Δείτε ακόμα: Η Wolt εξαγοράζεται από την DoorDash έναντι 8 δισ. δολαρίων

Παράλληλα, για τη λειτουργία του μοντέλου αυτού τόσο οι franchisees όσο και oι «ghost» επιχειρήσεις που κατασκευάζουν το τελικό προϊόν, εξαρτώνται αναγκαστικά από τις πλατφόρμες delivery. Επιπλέον, καθώς μία «ghost kitchen» ή ένας οποιοσδήποτε «ghost κατασκευαστής» μπορεί να δημιουργεί προϊόντα για όσα franchisor brands θέλει, επιβαρύνεται η κατάταξη ανεξάρτητων εστιατορίων ή brands στις πλατφόρμες παραγγελίας και delivery, κάτι για το οποίο το κοινό δεν ενδιαφέρεται – όπως δεν ενδιαφέρεται και για το πού μαγειρεύεται το φαγητό που φτάνει στην πόρτα του, εφόσον έρχεται όπως το θέλει και στην ώρα του.

Έτσι, το μέλλον διαγράφεται ακόμα ασαφές, σχετικά με αυτό το υποσχόμενο μοντέλο franchising, καθώς θέτει σε κίνδυνο την αξία των ίδιων των brands, μεταξύ άλλων. Μία καλύτερα μελετημένη συνεργασία ανάμεσα σε franchisor και franchisee, ώστε να εξασφαλίζεται η ποιότητα του τελικού προϊόντος και η αξιοπιστία του brand, φαίνεται ότι θα είναι το κλειδί για την περαιτέρω ανάπτυξη αυτού του concept.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here