Η καταστροφή των προϊόντων εξακολουθεί να αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για τη μόδα

Με αφορμή ένα βίντεο της Coach που διέρρευσε, έχει έρθει ξανά στο προσκήνιο μια διαδεδομένη, δυστυχώς, πρακτική στον κλάδο της μόδας, η οποία είναι η καταστροφή  αποθεμάτων που δεν έχουν πωληθεί. Στο παρελθόν έχουν λάβει αρνητική δημοσιότητα ορισμένες εταιρίες που εφαρμόζουν την πρακτική, όπως η Coach, τα H&M και άλλες, ωστόσο, στην πραγματικότητα αυτή αποτελεί συνεχές πρόβλημα για τον ευρύτερο κλάδο της μόδας.

Σε μια βιομηχανία που μόλις πρόσφατα άρχισε να αντιλαμβάνεται και υπολογίζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις στις επιχειρηματικές της αποφάσεις, η πρακτική της καταστροφής πλεοναζόντων προϊόντων αποτελεί εδώ και καιρό συνήθη πρακτική. Μάρκες από την Louis Vuitton έως τη Nike, έχει φανεί στο παρελθόν να τη χρησιμοποιούν. Για τις μάρκες πολυτελείας, η καταστροφή των μη πωληθέντων προϊόντων εξασφαλίζει τη διατήρηση της αξίας της μάρκας μέσω της αποκλειστικότητας και είναι επίσης φθηνότερο να καταστρέφεται το πλεονάζον προϊόν αντί να δαπανηθούν πόροι για την εξεύρεση τρόπων επαναχρησιμοποίησης ή ανακύκλωσής του. Επιπλέον, η πρακτική αυτή παρέχει το πλεονέκτημα των φορολογικών πιστώσεων. Ως αποτέλεσμα, εταιρίες καταστρέφουν πλήρως τα προϊόντα τους και να καταγράφουν τη διαδικασία ως απόδειξη της καταστροφής.  Οι δύο κυριότερες μέθοδοι που χρησιμοποιούνται έτσι είναι η καύση και ο τεμαχισμός σε αντίθεση με την υγειονομική ταφή ή οποιαδήποτε άλλη μέθοδο διαχείρισης αποβλήτων.

Όλες οι μάρκες έχουν να αντιμετωπίσουν περίσσευμα προϊόντων, είτε πρόκειται για αποθέματα που δεν έχουν πωληθεί, είτε για κατεστραμμένα προϊόντα είτε για επιστροφές πελατών και ο κλάδος δεν έχει ακόμη δημιουργήσει αρκετές λύσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους. Το πρόβλημα έχει επιδεινωθεί από την αύξηση των επιστροφών προϊόντων που συνδέεται με την άνοδο των διαδικτυακών πωλήσεων, καθώς τα επιστρεφόμενα προϊόντα μπορεί να είναι δύσκολο να μεταπωληθούν, επειδή πολλές επιχειρήσεις δεν διαθέτουν την απαραίτητη υποδομή ή τεχνολογική ικανότητα.

Το πρόβλημα είναι πολυδιάστατο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν τα εμπορεύματα δεν μπορούν να πωληθούν, δεν υπάρχουν επιλογές. Στη μόδα, τα περισσότερα προϊόντα δεν έχουν κατασκευαστεί με γνώμονα την αποσυναρμολόγηση, πράγμα που σημαίνει ότι τα μέρη τους δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν σε άλλα προϊόντα, και η ικανότητα της βιομηχανίας για ανακύκλωση υψηλής ποιότητας παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Οι υπεύθυνοι έχουν αρχίσει να προσπαθούν να δημιουργήσουν λύσεις για την υπεύθυνη διαχείριση των απορριπτόμενων ενδυμάτων και άλλων ροών αποβλήτων. 

Οι αγοραστές δεν αντιδρούν θετικά σε τέτοιες ειδήσεις για μάρκες.Οι καταναλωτές, ειδικά οι νεότεροι, δίνουν μεγάλη αξία στην βιωσιμότητα και στις πρακτικές φιλικές προς το περιβάλλον. Η βιομηχανία της μόδας αναφέρεται συχνά ως ένας από τους χειρότερους ρυπαντές στον κόσμο, αλλά η καταστροφή απόλυτα χρηστικών εμπορευμάτων σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί το κύρος είναι ίσως το χειρότερο.

Πάντως, οι ειδικοί λένε ότι είναι επίσης αδύνατο να διορθωθεί το πρόβλημα χωρίς να αντιμετωπιστεί η βασική αιτία της υπερπαραγωγής. Υπολογίζεται ότι περίπου το 30% του συνόλου των ρούχων που κατασκευάζονται σε όλο τον κόσμο δεν πωλούνται ποτέ και το κόστος αυτής της στρέβλωσης των αποθεμάτων υπολογίζεται σε 210 δισεκατομμύρια δολάρια. Η μαζική παραγωγή ενδυμάτων αναμένεται να επιδεινωθεί, μάλιστα, καθώς υποστηρίζεται ότι η παγκόσμια κατανάλωση ενδυμάτων θα αυξηθεί κατά 63% μέχρι το 2030. Η πανδημία έκανε την διαδικτυακή γρήγορη μόδα να εκτοξευτεί. Όπως είναι αναμενόμενο, όσο  μεγαλύτερο το απόθεμα, τόσο μεγαλύτερο το περίσσευμα και, κατ’ επέκταση, μεγαλύτερη η ανάγκη να διαχειριστούν οι εταιρίες τα απομείναντα κομμάτια.

Περισσότερα καταστήματα λιανικής πώλησης συλλέγουν μεταχειρισμένα ρούχα για μεταπώληση, επισκευή ή ανακύκλωση. Υπάρχουν εταιρίες που δηλώνουν ότι δωρίζουν τη πλειονότητα των αποθεμάτων που δεν έχουν πουληθεί, ενώ συνεχίζουν να καταστρέφουν επιστροφές και προϊόντα πολύ κατεστραμμένα, ελαττωματικά ή που για άλλους λόγους δεν μπορούσαν να πωληθούν ή να δωριστούν. Μια άλλη επιλογή είναι τα προγράμματα ανταλλαγής και μεταπώλησης προϊόντων με την παροχή κάποιων επισκευών σε προϊόντα, όπως κάνει η Coach στο πρόγραμμα (Re)Loved.

Αντίστοιχα, η Burberry, που έχει λάβει αρνητική προσοχή στο παρελθόν, για να εξαλείψει της καταστροφής των προϊόντων οργάνωσε τη δωρεά προϊόντων και πρώτων υλών σε μέρη όπως σχολές σχεδιασμού και φιλανθρωπικά ιδρύματα, τη δημιουργία ειδικών χώρων μεταφροντίδας σε καταστήματα της, την επέκταση των υπηρεσιών επισκευής και αντικατάστασης και την πιλοτική εφαρμογή μιας υπηρεσίας για την επεξεργασία δέρματος για την παράταση της διάρκειας ζωής των προϊόντων.

Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα κενά που δεν αντιμετωπίζουν αυτές οι σχετικά απλές προσπάθειες. Η Burberry δήλωσε ότι έχει επίσης εκπαιδεύσει τους συναδέλφους της στις αρχές του κυκλικού σχεδιασμού, έχει διοργανώσει εργαστήρια αποσυναρμολόγησης προϊόντων και έχει χρηματοδοτήσει έρευνα για τον σχεδιασμό ενός συστήματος ανακύκλωσης για δερμάτινα είδη μετά την κατανάλωση. Η βιομηχανία της μόδας, γενικότερα, έχει αργήσει να επενδύσει και να υιοθετήσει τεχνολογίες και υποδομές ανακύκλωσης για τα υφάσματα γενικά και για το δέρμα ειδικότερα. 

Μακροπρόθεσμα, εκτός από τις άμεσες συνέπειες για τον πλανήτη, διακυβεύεται τελικά και η φήμη μιας μάρκας. Κατά ειρωνικό τρόπο, αυτός ήταν κάποτε ο λόγος για τον οποίο οι μάρκες μπορεί να κατέστρεφαν τα προϊόντα εξ αρχής: ήταν μέρος της στρατηγικής τους για να διατηρήσουν τη φήμη της αποκλειστικότητας μέσω της σπανιότητας. Τώρα τα πράγματα αλλάζουν όμως, και δεν υπάρχει χειρότερο για μια μάρκα από το να αποδειχθεί ανειλικρινής στις δεσμεύσεις της.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here