Οι δεξιότητες και όχι τα πτυχία είναι το μέλλον στην αγορά εργασίας

Συνηθίζουμε να συνδέουμε την επιτυχημένη αναζήτηση εργασίας με ένα βιογραφικό που έχει να επιδείξει κάποιο πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης· ωστόσο πόσο αυτή η σύνδεση αντικατοπτρίζει όντως την πραγματικότητα;

Eίναι αλήθεια πως πολλοί εργοδότες πιστεύουν ότι ένα πανεπιστημιακό πτυχίο αντιστοιχεί σε έναν σχετικά πιο «έτοιμο» ή «ολοκληρωμένο» επαγγελματία. Όμως, την ίδια στιγμή παραδέχονται ότι το πτυχίο δεν εγγυάται έναν καλύτερο υπάλληλο. Μάλιστα, πλέον, πολλές μεγάλες εταιρείες, που μάλιστα ηγούνται στους τομείς τους, όπως η Google, η Apple, το Netflix, η IBM, η Tesla, ο εκδοτικός οίκος Penguin, το Hilton, ακολουθούν μια διαφορετική στρατηγική όσον αφορά τις προϋποθέσεις που θέτουν και τα προσόντα που απαιτούν από τους υποψηφίους τους, επιλέγοντας τους υπαλλήλους τους από ευρύτερες δεξαμενές ταλέντου.

Οι γρήγορες τεχνολογικές εξελίξεις, που απαιτούν απόλυτα εξειδικευμένους και ενημερωμένους εργαζομένους, ήταν αυτό που ανάγκασε την IBM, για παράδειγμα, να στραφεί σε υποψηφίους που ίσως να μην έχουν ένα πτυχίο, αφού, όπως λένε εκπρόσωποι της εταιρείας, υπάρχουν πολλοί τρόποι να αποκτήσει κανείς τα απαραίτητα προσόντα, συνεπώς η προϋπόθεση του πτυχίου θα απέκλειε χιλιάδες ικανούς υποψηφίους. Ακόμα, όπως υποστηρίζουν, ο «χρόνος ημιζωής των ικανοτήτων» διαρκώς μικραίνει, με αποτέλεσμα να απαιτείται ούτως ή άλλως διαρκής εκπαίδευση. Δεδομένου ότι, ειδικά όταν μιλάμε για την αγορά των ΗΠΑ, τα δίδακτρα των πανεπιστημίων κάνουν απαγορευτική την πρόσβαση σε μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που διαφορετικά θα ήταν ιδανική επιλογή για μια θέση, αυτή η αλλαγή στη νοοτροπία δίνει πρόσβαση στην αγορά εργασίας και σε κοινωνικές ομάδες που μέχρι τώρα αποκλείονταν.

Προς μια τέτοια προσέγγιση προτρέπει και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ που, ήδη από την περασμένη χρονιά, προέβλεπε ότι μέσα στην επόμενη δεκαετία, περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο θέσεις εργασίας, δηλαδή σχεδόν το ένα τρίτο παγμοσμίως, θα αλλάξουν εξαιτίας των τεχνολογικών εξελίξεων. Θα δημιουργηθούν νέοι ρόλοι, στον τομέα των Data και της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά και της μηχανικής, των υπολογιστών και της ανάπτυξης προϊόντων. Αυτές οι νέες δουλειές απαιτούν και τις ανάλογες δεξιότητες, που δεν αντικατοπτρίζονται απαραίτητα σε ένα πτυχίο πανεπιστημίου. Αν οι εργοδότες επικεντρωθούν περισσότερο στην αναζήτηση των ουσιαστικών προσόντων και δεξιοτήτων, θα δοθεί η ευκαιρία σε ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι του παγκόσμιου πληθυσμού να βρεθεί σε μια θέση εργασίας που να αντιστοιχεί στις δεξιότητές του.

Βέβαια, οι τεχνικές δεξιότητες δεν αρκούν. Το μέλλον στην εργασία απαιτεί ένα πιο ολιστικό σετ προσόντων. Οι εταιρείες αναζητούν και ικανοποιητικά soft skills, πνεύμα συνεργασίας και την ικανότητα να ανταποκρίνεται κανείς σε ένα περίπλοκο περιβάλλον – προσόντα δηλαδή που πιστεύουν ότι αποκτούνται και μέσα από προγράμματα πρακτικής. Οι εργοδότες πλέον αντιλαμβάνονται ότι ένα πτυχίο μπορεί μεταφράζεται απλώς σε έναν overqualified εργαζόμενο, τη στιγμή που αυτό που χρειάζονται είναι ένας φιλομαθής συνεργάτης, που έχει την ικανότητα να συμβαδίζει με τις εξελισσόμενες απαιτήσεις.

Ειδικοί από εκπαιδευτικούς οργανισμούς συμφωνούν: «Οι καλύτερες επιχειρήσεις θα προσλαμβάνουν με βάση τις ικανότητες του εργαζομένου, όχι τα ακαδημαϊκά του προσόντα. Δεδομένης της αύξησης των διδάκτρων και των οικονομικών συνθηκών που επιδεινώνονται εξαιτίας του Covid-19, η ανώτατη εκπαίδευση είναι απρόσιτη για πολλές οικογένειες. Καθώς όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αναζητούν εναλλακτικές μορφές εξειδίκευσης, το μέλλον του management νέων ταλέντων θα πρέπει να βασιστεί στο πώς να αναγνωρίζει τους ταλαντούχους εργαζομένους ανάμεσα στο άνω του 50% ποσοστό του αμερικανικού εργατικού δυναμικού που δεν έχει πανεπιστημιακό πτυχίο», λέει ο ειδικός του Harvard Peter Q. Blair.

Πρόκειται λοιπόν για μία πολυπαραγοντική μεταστροφή στον τρόπο σκέψης και προσέγγισης του ζητήματος του εμπλουτισμού του ανθρώπινου δυναμικού, η οποία φαίνεται ότι θα καθορίσει τις μελλοντικές συνεργασίες.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here