Πώς η 11η Σεπτεμβρίου άλλαξε για πάντα τα αεροπορικά ταξίδια

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις επέφεραν γρήγορες και διαρκείς αλλαγές στην εμπειρία των αεροπορικών ταξιδιών στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Μετά από 20 χρόνια ολοένα και πιο περίπλοκων πρωτοκόλλων ασφαλείας αεροδρομίων, πολλοί ταξιδιώτες δεν γνωρίζουν -ή έχουν μόνο αόριστες αναμνήσεις- πώς ήταν τα αεροπορικά ταξίδια πριν από την 11η Σεπτεμβρίου.

Είναι εντυπωσιακό, αφενός, το πόσο απρόθυμοι ήταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι αεροπορικές εταιρείες και τα αεροδρόμια να υιοθετήσουν τα πρώτα μέτρα ασφαλείας. Αφετέρου, ήταν συγκλονιστικό το πόσο γρήγορα δημιουργήθηκε η Transportation Security Administration (TSA), αλλά και πόσο γρήγορα οι ταξιδιώτες αεροπορικών μεταφορών αποδέχθηκαν αυτά τα μέτρα ασφαλείας ως φυσιολογικά και φαινομενικά μόνιμα χαρακτηριστικά όλων των αμερικανικών αεροδρομίων.

Kabuki ασφαλείας 

Στις πρώτες δεκαετίες των αεροπορικών ταξιδιών, η ασφάλεια των αεροδρομίων -πέρα από τη βασική αστυνόμευση- ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτη. Η επιβίβαση σε ένα αεροπλάνο δεν διέφερε από την επιβίβαση σε ένα λεωφορείο ή τρένο.

Ωστόσο, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970, σημειώθηκε ένα κύμα αεροπειρατειών, τρομοκρατικών επιθέσεων και απόπειρας εκβιασμών – η πιο διαβόητη ήταν αυτή του ανθρώπου που ήταν γνωστός ως D.B. Cooper, ο οποίος επιβιβάστηκε σε ένα Boeing 727, απαίτησε 200.000 δολάρια και, αφού εξασφάλισε την υπόθεση, έπεσε με αλεξίπτωτο από το αεροπλάνο, χωρίς να βρεθεί ποτέ.

Οι επιθέσεις σε πτήσεις προκαλούσαν συνήθως κάποιο άλλο νέο μέτρο ασφαλείας, είτε επρόκειτο για τη δημιουργία του προγράμματος των εναέριων αστυνόμων, δηλαδή την τοποθέτηση ένοπλων ομοσπονδιακών πρακτόρων στα εμπορικά αεροσκάφη των ΗΠΑ, είτε για την ανάπτυξη ενός προφίλ αεροπειρατή, ώστε να εντοπίζονται άτομα που θεωρούνταν πιθανό να απειλήσουν ένα αεροσκάφος, είτε για τον έλεγχο όλων των επιβατών.

Μέχρι το 1973, σύμφωνα με τα τότε πρωτόκολλα, οι επιβάτες των αεροπλάνων έπρεπε να περνούν από ανιχνευτή μετάλλων και να ελέγχονται με ακτίνες Χ οι τσάντες τους για την ανεύρεση όπλων ή ύποπτων αντικειμένων. Ως επί το πλείστον, ωστόσο, τα μέτρα αυτά αποσκοπούσαν στο να καθησυχάσουν τους νευρικούς επιβάτες – “θέατρο” ασφαλείας, δηλαδή, που επεδίωκε να εμποδίσει στο ελάχιστο την εύκολη μετάβαση από τον έλεγχο στην πύλη.

Για τα ταξίδια εσωτερικού, ήταν δυνατόν να φτάσει κανείς στον τερματικό σταθμό του αεροδρομίου 20 έως 30 λεπτά πριν από την πτήση και να μπορέσει να φτάσει στην πύλη εγκαίρως για να επιβιβαστεί. Οι οικογένειες και οι φίλοι μπορούσαν εύκολα να συνοδεύσουν έναν επιβάτη μέχρι την πύλη απογείωσης και να τον συναντήσουν στην πύλη κατά την επιστροφή του. Πρωτίστως, οι αεροπορικές εταιρείες δεν ήθελαν να ταλαιπωρήσουν τους επιβάτες και τα αεροδρόμια δεν ήθελαν να χάσουν τα επιπλέον έσοδα από τις οικογένειες και τους φίλους που μπορεί να επισκέπτονταν εστιατόρια, μπαρ και καταστήματα του αεροδρομίου όταν αποβίβαζαν ή παρέλαβαν τους εν λόγω επιβάτες.

Επιπλέον, τα εν λόγω μέτρα ασφαλείας, αν και ζητούνταν από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Federal Aviation Administration), δεν ήταν ευθύνη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αλλά των αεροπορικών εταιρειών. Έτσι, με σκοπό το χαμηλό κόστος, οι αεροπορικές εταιρείες συχνά προσλάμβαναν ιδιωτικές εταιρείες για τη διενέργεια ελέγχων, οι οποίες χρησιμοποιούσαν ελάχιστα εκπαιδευμένους χαμηλόμισθους υπαλλήλους.

Η καταστολή

Όλα αυτά άλλαξαν με τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.Μόλις οι αεροπορικές εταιρείες επέστρεψαν στον ουρανό στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, έγινε αμέσως αντιληπτό ότι οι πτήσεις θα ήταν διαφορετικές. Τους επιβάτες που έφταναν στα αεροδρόμια υποδέχονταν ένοπλοι στρατιωτικοί, καθώς οι κυβερνήτες όλης της χώρας είχαν κινητοποιήσει την Εθνική Φρουρά για την προστασία των αεροδρομίων της χώρας. 

Τα μέτρα ασφαλείας αυξήθηκαν μόνο τον Δεκέμβριο του 2001, όταν σε διεθνή πτήση έγινε μια απόπειρα πυροδότησης εκρηκτικών μέσα σε παπούτσια. Έκτοτε, το να βγάζουν οι επιβάτες τα παπούτσια τους πριν περάσουν από τον έλεγχο ασφαλείας έγινε γρήγορα υποχρεωτικό.

Στη συνέχεια, το 2006, Βρετανοί αξιωματούχοι ανέκοψαν μια απόπειρα μεταφοράς υγρών εκρηκτικών σε πτήση, με αποτέλεσμα να απαγορευτούν όλα τα υγρά. Αυτό τροποποιήθηκε αργότερα και οι επιβάτες περιορίστηκαν σε υγρά που δεν ξεπερνούσαν μια συγκεκριμένη ποσότητα. Μέχρι το 2010, ο σαρωτής πλήρους σώματος είχε γίνει πολύ διαδεδομένος στα αεροδρόμια των ΗΠΑ και η επιβολή αυτών των νέων μέτρων ασφαλείας έγινε ευθύνη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Χωρίς τέλος στον ορίζοντα

Κατά την πρώτη δεκαετία μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δαπάνησε πολύ μεγάλα ποσά για την ασφάλεια των αεροδρομίων, καθώς οι ετήσιες δαπάνες για την TSA αυξήθηκαν κατακόρυφα μέσα σε μια 10ετία  και έκτοτε αυξάνονται συνεχώς.

Από πολλές απόψεις, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 η προσπάθεια των αξιωματούχων των αεροδρομίων να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια ήταν παρόμοια με την προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες σχετικά με τη δημόσια υγεία μετά την πανδημία COVID-19, όπου και εμφανίστηκαν μάσκες, απολυμαντικά χεριών και σήμανση δαπέδου ασφαλών αποστάσεων στα αεροδρόμια. 

Το πόσο καιρό θα χρειαστεί να παραμείνουν σε ισχύ τα μέτρα του COVID-19 μένει να φανεί. Ωστόσο, τα μέτρα ασφαλείας που υιοθετήθηκαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου αποδείχθηκαν αρκετά μόνιμα ώστε να ενσωματωθούν στις πρόσφατες ανακαινίσεις των τερματικών σταθμών των αεροδρομίων.

Σχεδόν μια γενιά έχει περάσει από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Ακόμη και όσοι είναι αρκετά μεγάλοι για να θυμούνται τα αεροπορικά ταξίδια πριν από εκείνη τη μοιραία ημερομηνία, έχουν συνηθίσει στη νέα κανονικότητα. Και ενώ οι σημερινοί επιβάτες θα μπορούσαν αισίως να παρακολουθήσουν το ενδεχόμενο τέλος των μέτρων ασφαλείας για τη δημόσια υγεία COVID-19, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να δουν σύντομα μια επιστροφή στα επίπεδα ασφαλείας στο αεροδρόμιο πριν από την 11η Σεπτεμβρίου. 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here