Τι σημαίνει η συνεργασία Stadium Goods και Christie’s για την μεταπώληση των αθλητικών παπουτσιών

Με επικεφαλής τις StockX και Goat, η μεταπώληση αθλητικών παπουτσιών έχει μετατραπεί σε μια εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση τα τελευταία χρόνια. Αυτό ενθαρρύνει περισσότερα καταστήματα και πλατφόρμες να στραφούν στη μεταπώληση, με έμφαση στα αθλητικά παπούτσια περιορισμένης έκδοσης.

H Stadium Goods, η οποία εξαγοράστηκε από τη Farfetch τον Δεκέμβριο του 2018, λειτουργεί πλέον με ένα καινοτόμο επιχειρηματικό μοντέλο: έρχεται σε επαφή με οίκους δημοπρασιών προκειμένου να προσεγγίσει νέους, πολυέξοδους πελάτες. Σε αντάλλαγμα, οι οίκοι δημοπρασιών επωφελούνται από την εξειδικευμένη τεχνογνωσία στα αθλητικά παπούτσια και την αυθεντικοποίηση.

Αυτόν τον μήνα, η Stadium Goods συνεργάζεται με τον οίκο Christie’s σε μια ηλεκτρονική δημοπρασία, η οποία περιλαμβάνει πάνω από 90 παραλλαγές αθλητικών παπουτσιών Air Jordan, με τιμές από κάτω από 1.000 έως πάνω από 100.000 δολάρια. Η Stadium Goods έχει προμηθευτεί αθλητικά παπούτσια για την πώληση, ενώ ο οίκος Christie’s επικεντρώνεται στην προώθησή τους στους αγοραστές. Ο στόχος είναι η προσέγγιση ενός ευρέως διεθνούς κοινού θαυμαστών, που εκτιμούν το design και την ιστορική σημασία των προϊόντων. Προφανώς ο στόχος είναι να πουληθούν όλα τα παπούτσια, αλλά ταυτόχρονα και το να καταλήξουν στα χέρια εκείνων που θα τα εκτιμήσουν και θα τα αναδείξουν.

Οι ειδικοί στη μεταπώληση αθλητικών παπουτσιών έχουν δημιουργήσει μεγάλες κοινότητες από λάτρεις του streetwear. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της επενδυτικής εταιρείας Cowen, η αγορά μεταπώλησης αθλητικών παπουτσιών, που σήμερα αξίζει 2 δισεκατομμύρια δολάρια, αναμένεται να τριπλασιαστεί σε μέγεθος και να φτάσει τα 6 δισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2025. Μέχρι το τέλος του 2020, η Goat είχε αποτίμηση στα 1,7 διεκατομμύρια δολάρια και η StockX στα 2,8 δισεκατομμύρια δολάρια.

Καθώς η αγορά μεγαλώνει, οι ιστοσελίδες μεταπώλησης πιέζονται να βρουν τρόπους να ξεχωρίσουν από τις υπόλοιπες, καθώς, στην ουσία, όλες κάνουν το ίδιο πράγμα, δηλαδή πιστοποιούν το προϊόν και κάνουν τη συναλλαγή όσο το δυνατόν πιο ομαλή.

Ένα νέο είδος επενδυτή

Τον Ιούλιο του 2019, η Stadium Goods σε συνεργασία με την Sotherby’s δοκίμασε να πουλήσει 100 ζευγάρια παπούτσια. Τα 99 από αυτά αγόρασε ένας συλλέκτης για 850.000 δολάρια. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για τέτοιου είδους εγχειρήματα. Ο οίκος Christie’s πουλάει επιλεγμένα αντικείμενα, τα οποία οι άνθρωποι εκτιμούν για το design και τη δεξιοτεχνία τους. Έτσι ακριβώς αντιμετωπίζει και η Stadium Goods τα προϊόντα που πουλάει. 

Ο οίκος Christie’s, εκτός από μια συνεχώς αυξανόμενη βάση παθιασμένων επενδυτών, αποκτά και περισσότερες πηγές εφοδιασμού. Τα αθλητικά παπούτσια αποτελούν μια αναπτυσσόμενη εναλλακτική κατηγορία περιουσιακών στοιχείων για τους συλλέκτες. Η ιδέα ότι οι πίνακες ή ακόμη και τα ρολόγια, τα αυτοκίνητα και το κρασί, αποτελούν το αποκορύφωμα μιας συλλεκτικής κατηγορίας έχει αλλάξει. Υπάρχει μια μεγάλη έκρηξη στη δευτερογενή αγορά για τη συλλογή περιουσιακών στοιχείων όπως τα streetwear και τα αθλητικά παπούτσια.

Τα αθλητικά παπούτσια προσελκύουν επίσης νέους πελάτες στην αγορά δημοπρασιών. Με κάθε πώληση σημειώνονται νέοι αριθμοί-ρεκόρ για τα πιο ακριβά αθλητικά παπούτσια που πωλούνται σε δημοπρασία. Το κύρος αποτελεί έναν παράγοντα για τους πωλητές. Οι οίκοι δημοπρασιών έχουν πολύ καλή φήμη, οπότε η συμφωνία δίνει στη Stadium Goods μια άνοδο στη φήμη της μόνο και μόνο επειδή συνδέεται μαζί τους. Με αυτόν τον τρόπο αυξανεται και η αξιοπιστία της.

Γίνεται αντιληπτός ο εκδημοκρατισμός της πολυτέλειας και αυξανόμενη επιρροή του streetwear. Αυτές οι τάσεις οδήγησαν τους οίκους δημοπρασιών να αναγνωρίσουν την αξία των αθλητικών παπουτσιών, παρόλο που δεν διαθέτουν μεγάλη τεχνογνωσία για το πώς να προσεγγίσουν τους δικούς τους πελάτες. 

Είναι η μεταπώληση μια καλή λύση για τα brands;

Η συνεχής ανάπτυξη της αγοράς μεταπώλησης εξαρτάται από μια προοδευτική στρατηγική marketing από μεγάλες μάρκες όπως η Nike, η Adidas, η Louis Vuitton και η Gucci, και οι ιστοσελίδες μεταπώλησης από το StockX έως το Vestiaire Collective και το Depop θέλουν να πλησιάσουν τις μάρκες. Επεκτείνουν την εμβέλειά τους πέρα από τις πωλήσεις από καταναλωτή σε καταναλωτή, καλωσορίζοντας τις βιτρίνες καταστημάτων και τις συλλογές capsule από τις μάρκες. Αυτό περιλαμβάνει, συνήθως, συνεργασίες με streetwear brands για τη δημιουργία μοναδικών αντικειμένων ή περιορισμένων χρωματισμών. Όσο πιο στενή είναι η συνεργασία, τόσο μεγαλύτερη είναι η ζήτηση – ανεβάζοντας, έτσι, τις τιμές για τους πωλητές.

Η Nike και η Adidas επικεντρώνονται στον αυστηρό έλεγχο της διανομής. Υπάρχουν όμως ανησυχίες ότι η σχέση μεταξύ μάρκας και πελάτη θα ενταθεί. Όταν μια μάρκα πουλάει ένα παπούτσι για 150 δολάρια και ξαφνικά αυτό μεταπωλείται για 300 δολάρια, διαταράσσεται η σχέση μεταξύ του brand και του καταναλωτή. Ενώ οι μάρκες αναγνωρίζουν ότι αυτές οι πλατφόρμες τους προσφέρουν αρκετή δωρεάν δημοσιότητα, υπάρχει και ένα μειονέκτημα. Εάν οι εταιρείες Nike και Adidas επιλέξουν να αυξήσουν την προσφορά, αυτό θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών μεταπώλησης. Ήδη, η αγορά δεν εμφανίζει πλέον τους συντελεστές μεταπώλησης που υπήρχαν ακόμη και πριν από ένα χρόνο, πράγμα που θα μειώσει το ενδιαφέρον των ανθρώπων που συμμετείχαν σε αυτό αποκλειστικά για οικονομικούς λόγους.

Από την άλλη πλευρά, η συμμετοχή σε ιστοσελίδες μεταπώλησης δίνει στις μάρκες μεγαλύτερη ορατότητα στην “γκρίζα αγορά”, η οποία παραμένει ένα σταθερό πρόβλημα για την αγορά ειδών πολυτελείας. Για κάθε μάρκα που έχει ζήτηση παίζει ρόλο ο παράγοντας της σπανιότητας. Όταν διακινούνται στον κλάδο των μεταχειρισμένων ή  στην αγορά, είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ποιός θα ανταποκριθεί. Η συνεργασία με μια ιστοσελίδα μεταπώλησης δίνει στα brands την δυνατότητα να γνωρίζουν ποιοί είναι οι καταναλωτές. 

Οι οίκοι δημοπρασιών μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα προς μίμηση για τις επιχειρήσεις μεταπώλησης όσον αφορά το marketing, καθώς είναι ειδικοί στην επιμέλεια και την εγκαθίδρυση των συναισθηματικών δεσμών που προσελκύουν τους καταναλωτές που δείχνουν προτίμηση στα είδη πολυτελείας.

Η εξάλειψη του προβλήματος των απομιμήσεων αποτελεί υψηλή προτεραιότητα για όλους. Η συνεχιζόμενη επιτυχία της μεταπώλησης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη βελτίωση των διαδικασιών ελέγχου γνησιότητας, είτε μέσω επενδύσεων σε εξειδικευμένο προσωπικό είτε μέσω της τεχνολογίας για την ανίχνευση πλαστών προϊόντων.

Οι ιστοσελίδες μεταπώλησης θα μπορούσαν επίσης να παρουσιάζουν την ιστορία του κάθε προϊόντος με τρόπο τέτοιο που θα την κάνει πολύ πιο ενδιαφέρουσα για τους αγοραστές. Αυτές που κυριαρχούν στον τομέα της μεταπώλησης είναι οι πλατφόρμες συναλλαγών, οι οποίες είναι και πλατφόρμες με επίκεντρο το community, που φέρνουν τους ανθρώπους κοντά σε μια συγκεκριμένη μάρκα ή σε μια σειρά αθλητικών παπουτσιών.  

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here