Τι θα συνέβαινε αν ο κόσμος σταματούσε να ψωνίζει

Ο 21ος αιώνας έχει φέρει στην επιφάνεια ένα κρίσιμο ερώτημα. Μπορούμε να μειώσουμε τις αγορές μας;Με την αλλαγή της χιλιετίας, η κατανάλωση αποτέλεσε τη μεγαλύτερη περιβαλλοντική μας πρόκληση. Όσον αφορά την κλιματική αλλαγή, τον αφανισμό διαφόρων ειδών, την μείωση του νερού, τη μόλυνση από τοξικές ουσίες, την αποδάσωση και άλλα προβλήματα, το πόσο καταναλώνει ο καθένας από εμάς είναι πολύ πιο σημαντικό από το πόσοι πολλοί είμαστε. Κατά μέσο όρο, ένας πλούσιος άνθρωπος καταναλώνει 13 φορές περισσότερο από έναν πιο φτωχό. 

Εδώ και αρκετές δεκαετίες, είναι εμφανής μια σχεδόν συνεχής αύξηση στην κατανάλωση κάθε μεγάλης φυσικής πηγής ενέργειας. Χρησιμοποιούμε τον πλανήτη με έναν ρυθμό που είναι κατά 1.7 φορές γρηγορότερος από αυτόν που μπορεί να αντέξει. Αν αυτό συνεχιστεί, μέχρι το 2050 η χρήση των φυσικών πηγών ενέργειας θα έχει τριπλασιαστεί. 

Το Fast Fashion- η “γρήγορη μόδα” είναι ένας από τους χειρότερους παράγοντες επιβάρυνσης του περιβάλλοντος. Οι άνθρωποι μπορεί να μην το επιζήτησαν, αλλά το αντιμετωπίζουν με ενθουσιασμό. Ο αριθμός των ρούχων που πωλούνται κάθε χρόνο έχει διπλασιαστεί τα τελευταία 15 χρόνια και, πλέον, ξεπερνά τα 100 δισεκατομμύρια. 

Οι χαμηλότερες τιμές ενθαρρύνουν τους αγοραστές να προχωρούν γρήγορα από το ένα ρούχο στο άλλο, πράγμα που οδηγεί τις επιχειρήσεις να φτιάχνουν ρούχα που δεν διαρκούν για περισσότερο από λίγα μόνο χρόνια. Τον 21ο αιώνα η διάρκεια ζωής των ενδυμάτων έχει μειωθεί πιο πολύ από ποτέ. 

Η αύξηση του μέσου αριθμού των φορών που χρησιμοποιούνται τα ρούχα είναι, ίσως, ο καλύτερος τρόπος να μειωθεί ο αντίκτυπος της βιομηχανίας των ενδυμάτων στο περιβάλλον. Για παράδειγμα, αν διπλασιάζονταν οι φορές που φοριόταν ένα ρούχο, η μόλυνση του περιβάλλοντος που προκύπτει από την πώλησή του θα ήταν σχεδόν η μισή. Η παύση της παραγωγής ρούχων παγκοσμίως για έναν χρόνο θα ισοδυναμούσε με την ακύρωση όλων των διεθνών πτήσεων και θαλάσσιων μεταφορών για επίσης ένα χρόνο. 

Έτσι, προκύπτει και πάλι ένα δίλημμα, καθώς εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μέσα από το να φτιάχνουν τα ρούχα. Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονται σε πιο φτωχές χώρες, οι οποίες είναι άμεσα εξαρτώμενες από την βιομηχανία αυτή. Η χώρα που θεωρείται η μεγαλύτερη παραγωγός ρούχων είναι η Κίνα. Η αμέσως επόμενη είναι το Μπαγκλαντές. Στο Μπαγκλαντες περισσότερες από το 1/3 εργασιακές θέσεις και σχεδόν το 85% των εξαγώμενων προϊόντων αφορούν την βιομηχανία της ένδυσης, η οποία δίνει δουλειά σε περισσότερους από 4 εκατομμύρια ανθρώπους. Από αυτούς, 6 στους 10 είναι γυναίκες. 

Τα τελευταία 20 χρόνια, οι μεγάλες μάρκες ρούχων απαιτούν από τους προμηθευτές στο Μπαγκλαντες να μειώσουν τις τιμές τους και, ταυτόχρονα, να ολοκληρώνουν πιο γρήγορα τις παραγγελίες και να βελτιώνουν διαρκώς τους χώρους εργασίας και τις περιβαλλοντολογικές προδιαγραφές. Κάποιες εταιρείες παραγωγής ρούχων έχουν εφαρμόσει κάποιες ιδέες για να αντιμετωπίσουν την σπατάλη νερού, να μαζεύουν νερό βροχής, να χρησιμοποιούν περισσότερο ηλιακή ενέργεια, να προσφέρουν γεύματα και φροντίδα για τα παιδιά των εργαζομένων, να προσλαμβάνουν άτομα με αναπηρίες, να χτίζουν σχολεία και άλλα. Όμως, δεν έχουν καταφέρει να “περάσουν” τα έξοδα αυτά στις μάρκες ρούχων και στους καταναλωτές, που εξακολουθούν να θέλουν περισσότερα με μικρότερο κόστος. 

 Οι μισθοί των υπαλλήλων σε μια τέτοια επιχείρηση, που δουλεύουν 6 μέρες την εβδομάδα, κυμαίνονται από 120 έως 140 δολάρια τον μήνα.Κάποιες εταιρίες μπορεί θεωρήσουν προσβολή το να βλέπουν πώς οι άλλες επιχειρήσεις κοστολογούν τα προϊόντα τους και το πόσο λίγο αξίζουν για αυτές. Η Γενιά Ζ και οι millennials απαιτούν «ηθικά» προϊόντα. Αλλά, όταν αγοράζουν ρούχα από εταιρίες Fast Fashion που κοστίζουν 4 ή και 2 δολάρια, δεν αναρωτιούνται πώς όλη η διαδικασία παραγωγής και αποστολής του ρούχου κοστίζει μόνο τόσο. Δεν έχει γίνει αντιληπτή η επίπτωση που έχουν οι αγορές αυτές, κυρίως επειδή η εξόφληση των ρούχων από τον πελάτη δεν αφορά άμεσα την πληρωμή των εργαζομένων. 

Με την έλευση της πανδημίας, οι επιπτώσεις των μειωμένων αγορών ρούχων έγιναν γρήγορα αντιληπτές. Μόνο στο Μπαγκλαντες, περισσότεροι από 1 εκατομμύριο εταιριών παραγωγής ενδυμάτων τέθηκαν σε άδεια άνευ αποδοχών.Σε έναν κόσμο που δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν περισσότερα από αρκετά ρούχα, ένας τρόπος για να συνεχίσουν να αγοράζουν ρούχα είναι να δημιουργήσουν οι εταιρίες “unnecessary demand”.

Το “unnecessary demand” δημιουργείται μέσω της επιτάχυνσης των τάσεων μόδας. Η επιτάγχυνση των τάσεων μόδας επιτυγχάνεται μέσω της επαρκούς μείωσης του κόστους των ρούχων, με σκοπό να μην σταματήσει ο κόσμος να τα αγοράζει. Ο μοναδικός τρόπος να κοστίζουν τα ρούχα λιγότερο είναι να γίνουν περικοπές στην ποιότητά τους, στις συνθήκες εργασίας των υπαλλήλων που τα κατασκευάζουν, στους μισθούς τους και στις πολιτικές προστασίας του περιβάλλοντος. 

Η μετάβαση σε έναν κόσμο που καταναλώνει λιγότερα ρούχα θα είχε επιπτώσεις για το Μπαγκλαντες. Ακόμα και αν η βιομηχανία ρούχων της χώρας παρήγαγε λιγότερα, πιο ποιοτικά και ακριβότερα ρούχα, υπάρχει αμφιβολία για το αν τα 6.000 εργοστάσια της χώρας θα κρατούσαν όλους τους υπαλλήλους που έχουν τώρα. Ίσως να έκλειναν αρκετά εργοστάσια. Αλλά θα προσέφεραν ικανοποιητικούς μισθούς και θα μειωνόταν η μόλυνση του περιβάλλοντος.  Επίσης, ο ανταγωνισμός τους θα αφορούσε την ποιότητα και την αποδοτικότητα και όχι την απληστία και την ταχύτητα παραγωγής. Τότε είναι που θα ξεκινήσει η πραγματική μάχη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here