Social media – Facebook: ο εθισμός του σύγχρονου κόσμου

Οι πολιτικές απόψεις που διαμορφώνονται στο Facebook έχουν συχνά τεράστιες γεωπολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις, παρόλο που κανείς δεν έχει εκλέξει ή διορίσει τον Mark Zuckerberg και το προσωπικό του για να διευθύνουν τον κόσμο. Όπως γράφει η Sue Halpern στο περιοδικό New Yorker, το Facebook οξύνει την πολιτική πόλωση και τις κοινωνικές αναταραχές εν γνώσει των  δημιουργών και των διαχειριστών του.

Οι αλγόριθμοί του προώθησαν εκστρατείες παραπληροφόρησης σχετικά με την πανδημία και τα εμβόλια: η εταιρεία άργησε να αντιμετωπίσει τη διασπορά ψευδών πληροφοριών βλάπτοντας ανεπανόρθωτα την αντιμετώπισή της. Πράγματι, τον Φεβρουάριο το Facebook «απαγορευσε» τη συνωμοσιολογία γύρω από την πανδημία και τον εμβολιασμό: ωστόσο, η μη κερδοσκοπική ομάδα First Draft που αναλύει τις πληροφορίες στα κοινωνικά δίκτυα διαπίστωσε ότι τουλάχιστον 30.200 λογαριασμοί προέβαλαν αβάσιμους ισχυρισμούς οι οποίοι αναρτήθηκαν μετά την απαγόρευση του Φεβρουαρίου. Για παράδειγμα, πριν από δύο εβδομάδες, η κορυφαία ανάρτηση στο Facebook ήταν εκείνη του Tucker Carlson από το Fox News, ο οποίος «εξηγούσε» γιατί τα εμβόλια είναι αναποτελεσματικά

Με τα χρόνια, ο Mark Zuckerberg έχει ζητήσει επανειλημμένως συγγνώμη, μεταξύ άλλων, για «παραβιάσεις απορρήτου, αλγοριθμικές προκαταλήψεις και προώθηση της ρητορικής μίσους». Αλλά, όπως έγραφε ο Μάρσαλ ΜακΛιούαν στη δεκαετία του 1960, «το μέσο είναι το μήνυμα»: με λίγα λόγια, είναι τέτοια η φύση του Facebook ώστε γίνεται αναπόφευκτη η πολιτική και οικονομική του χειραγώγηση. Πολύ συχνά, η τεχνολογία αποτυγχάνει από μόνη της να συγκρατήσει, για παράδειγμα, τη ρητορική μίσους· ο αλγόριθμος, όσο έξυπνος κι αν είναι, δεν μπορεί να ξεχωρίσει την απόχρωση την οποία προσδίδουν οι χρήστες σε λέξεις όπως «Μαύροι», «σεξ», «φύλο», «φυλή», άρα δεν μπορεί να αποκλείσει λογαριασμούς μίσους χωρίς να αποκλείσει και τους αντίθετους. Γι’ αυτό, ο Zuckerberg έχει παραδεχτεί ότι «πρώτα θα συμβαίνουν τα δυσάρεστα πράγματα και ύστερα θα ζητάμε συγνώμη».

Στις ΗΠΑ, γενικά στις χώρες που έχουν προηγηθεί χρονικά στα κοινωνικά δίκτυα, παρατηρείται τάση απόσυρσης από το Facebook. Αλλά, πολλοί από όσους κλείνουν τους λογαριασμούς τους, επανέρχονται ένα-δυο μήνες αργότερα: τα social media πρέπει να θεωρούνται το σύγχρονο αλκοολίκι. Eπίσης, όπως είπε ο Zuckerberg, παρατηρείται πλημμύρα από συγγνώμες: χρήστες φέρονται απαίσια και ύστερα αναρτούν ομολογίες mea culpa – το mea culpa έχει γίνει μόδα, όπως η παρενόχληση και τα παράπονα για παρενόχληση. Και ως προς αυτό ισχύει η διαπίστωση του ΜακΛιούαν «το μέσο είναι το μήνυμα»: στο Facebook συνωστίζονται άνθρωποι που θέλουν να αρέσουν, που επιζητούν την προσοχή, που είναι μόνοι και έχουν ανάγκη από μια κοινότητα, ακόμα και φαντασιακή στην οποία να συμμετέχουν χιλιάδες «φίλοι». Προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τους «φίλους» με τις αναρτήσεις τους μπλέκονται σε καβγάδες και οι καβγάδες προκαλούν όλο και περισσότερα ψυχικά προβλήματα. Ιδιαίτερα τα ευαίσθητα άτομα, οι έφηβοι και όσοι δεν έχουν κοινωνικές επαφές έξω από τα ηλεκτρονικά δίκτυα, δεν αντέχουν την κριτική και τη διαφωνία με αποτέλεσμα να βρίσκονται συχνά σε κατάσταση «ντροπής».

Η ντροπή στο Facebook είναι επίσης αναπόφευκτη, εφόσον οι χρήστες ξεδιπλώνουν την προσωπική τους ζωή με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Η κατάργηση κάθε ορίου ιδιωτικότητας καθιστά, εξ ορισμού, τους ανθρώπους ευάλωτους. Εξίσου «ντροπιαστική» μπορεί να είναι η αλλαγή γνωμών, ένα φυσιολογικό φαινόμενο στην πορεία της ζωής των περισσοτέρων: ενώ αλλάζει κάποιος γνώμη για κάτι, κακόβουλοι χρήστες φέρνουν στην επιφάνεια την παλιά του γνώμη για την οποία ίσως «ντρέπεται». Στην πραγματικότητα, η ανθρώπινη εξέλιξη και ωρίμανση δεν γίνεται αποδεκτή: το παρελθόν κυνηγάει τους χρήστες σε όλη τους τη ζωή.

Όσοι αποσύρονται σήμερα ντρέπονται γιατί μοιράστηκαν τα μυστικά τους με χιλιάδες αγνώστους· γιατί πόσταραν φωτογραφίες των παιδιών τους ή τσακώθηκαν on line με καθόλα λογικούς συνανθρώπους τους. Σε ερωτηματολόγιο του BuzzFeed News γύρω από το πώς τα δίκτυα τούς επηρέασαν στη διάρκεια της πανδημίας, πάνω από 100 άτομα είπαν ότι μετάνιωναν που συμμετείχαν σε «τοξικές» πλατφόρμες όπως το Facebook και το Twitter. Όχι μόνο εξαιτίας των πολιτικών και κοινωνικών τους ιδεών τις οποίες έχουν αφήσει πίσω τους, αλλά εξαιτίας μιας ολόκληρης εικόνας για τον εαυτό τους. Λόγου χάρη, χρήστες που αναρτούσαν φωτογραφίες τους σε κατάσταση έσχατης μέθης ή σε διαδηλώσεις στις οποίες δεν θα συμμετείχαν σήμερα, νιώθουν εκτεθειμένοι: το παρελθόν τους κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους.

Ο ανταγωνισμός είναι επίσης δηλητηριώδης και οδηγεί τους ανθρώπους στην κατάθλιψη: Ποιος είναι ωραιότερος; Ποιος έχει περισσότερη φωτογένεια; Ποιος είναι πλουσιότερος; Ποιος έχει περισσότερη φήμη, καλύτερη οικογενειακή ζωή; Ποιος κάνει ωραιότερα ταξίδια; Το Facebook καθιστά «φυσιολογική» τη παραβατική συμπεριφορά· τη συμπεριφορά που ίσως έχουν τα δεκάχρονα αλλά που δεν επιτρέπεται στους ενηλίκους. Παλιότερα, όταν υπήρχε ακόμα το ιδανικό των προσωπικών δεδομένων, το σπίτι μας ήταν ένα άσυλο, ακριβώς όπως το προβλέπει η νομοθεσία των περισσότερων χωρών ―αλλά τα κοινωνικά δίκτυα μπαίνουν στο σπίτι· τα βάζουμε όχι μόνο στο σπίτι μας αλλά στο υπνοδωμάτιό μας και στην κούνια του μωρού μας. Όλα αυτά είναι cringey ακόμα κι αν οι χρήστες μοιράζονται οδυνηρές εμπειρίες αποζητώντας τη συμπόνοια: συνήθως, η συμπόνοια δεν αργεί να μεταμορφωθεί σε κάτι ενοχλητικό, σε κάτι διφορούμενο που μπορεί να τους φέρει σε δύσκολη θέση.

Και τους φέρνει. Εκτός από την τρομερή κατασπατάληση του χρόνου που προκαλούν, το Facebook, το Reddit, το Instagram, το TikTok γίνονται εργαστήρια ακτιβισμού, δεξιού και αριστερού, απομακρύνοντας τα άτομα από τις πραγματικές κοινωνικές επαφές. Ο ακτιβισμός γίνεται παθητικός, μια βολική ενασχόληση πληκτρολογίου που καταλήγει πολύ συχνά, σε doomscrolling, σε σκοτεινά οράματα για τον κόσμο και για τον ίδιο μας τον εαυτό.

Πηγή:Athens Voice

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here