Είναι αναγκαίος ο ψηφιακός μετασχηματισμός της αλυσίδας εφοδιασμού των επιχειρήσεων

Η ψηφιοποίηση ολόκληρης της αλυσίδας εφοδιασμού—από την κατασκευή και την παραγωγή των προϊόντων μέχρι την αποστολή και την παράδοση τους—χρησιμοποιώντας προγνωστικά αναλυτικά στοιχεία ή ακόμα και την “φωνή” των πελατών δεν αποτελεί πλέον επιστημονική φαντασία. Η πανδημία που ξεκίνησε να εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο κατά την διάρκεια του προηγούμενου έτους κατέστησε απολύτως σαφές ότι οι εταιρείες αγνοούν την ανάγκη της πλήρους εφαρμογής του ψηφιακού μετασχηματισμού. 

Σύμφωνα με την McKinsey, ο ιός της πανδημίας έχει ωθήσει τις εταιρείες αναγκαστικά και μη προς την κατεύθυνση της τεχνολογίας – και μεταμόρφωσε τις επιχειρήσεις μέσα από την όλο και πιο επιταχυνόμενη ψηφιοποίηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των καταναλωτών και της εφοδιαστικής αλυσίδας. Έτσι, φαίνεται πια ότι όχι μόνο το μέλλον είναι εδώ, αλλά αυτήν την φορά είναι ταχύτερο, ακριβέστερο, πιο κερδοφόρο και πολύ πιο βιώσιμο από τα συστήματα που μας κληροδοτεί το παρελθόν. Ακόμη και η ιδέα της αλυσίδας εφοδιασμού φαντάζει απαρχαιωμένη.

Η παραπάνω διατύπωση ακούγεται σε πολλούς ρηξικέλευθη και παράδοξη. Ωστόσο, οι εταιρείες με πελατοκεντρική προσέγγιση επικεντρώνονται πλέον σε μια αλυσίδα «ζήτησης», η οποία ανατρέπει το κλασικό παράδειγμα. Αντί, δηλαδή, οι εταιρείες να κάνουν απλώς ενέργειες με σκοπό την παραγωγή προϊόντων “προσευχόμενες” παράλληλα να τα αγοράσουν οι πελάτες, αρχίζουν να παράγουν προϊόντα που οι πελάτες πραγματικά θέλουν να αγοράσουν εκ των προτέρων. Βέβαια, για να λειτουργήσει αυτό το μοντέλο, τα εμπορικά σήματα πρέπει να βρίσκονται κοντά στους πελάτες τους και να χρησιμοποιούν τα δεδομένα για να διακρίνουν το προς τα που κατευθύνεται η ζήτηση μέσω ολόκληρου του οικοσυστήματος των αγορών.

Η κατανόηση της ζήτησης των καταναλωτών και η μόχλευση των δεδομένων θα βοηθήσουν τους λιανοπωλητές να κερδίσουν υψηλότερες επιδόσεις και μακροπρόθεσμη ευημερία. Η δημιουργία αυτής της σχέσης με τους πελάτες και τους καταναλωτές είναι κομβικής σημασίας ούτως ώστε οι εταιρείες να κατανοήσουν την τιμή που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν οι πελάτες για το κάθε προϊόν, τα χρώματα που τους αρέσουν και πολλά άλλα. Εάν οι εταιρείες διαθέτουν όλα αυτά τα δεδομένα, τότε θα μπορέσουν να δημιουργήσουν προϊόντα με υψηλότερο περιθώριο κέρδους και μειωμένες απώλειες.

Από την άλλη οι παραδοσιακοί τρόποι λειτουργίας που εξακολουθούν να απασχολούν πολλές εταιρείες, περιλαμβάνουν έναν κύκλο ανάπτυξης προϊόντων από εννέα μέχρι δώδεκα μήνες  που ξεκινά με την εξέταση περισσότερο ιστορικών δεδομένων. Πρακτικά, οι αριθμοί του περασμένου κάθε φορά έτους προσαρμόζονται στο τρέχον έτος. Στη συνέχεια, ένας σχεδιαστής αρχίζει να εξετάζει τα υφάσματα, τα μοτίβα και τα σχέδια, δημιουργούνται τα πρώτα δείγματα και μετά γίνονται αλλαγές και άλλες αλλαγές κ.ο.κ. Αυτή η σειρά των γεγονότων μπορεί να συμβεί αμέτρητες φορές με ακόμη περισσότερα στοιχεία. Εν τω μεταξύ, εκατοντάδες εκατομμύρια καταναλωτές έχουν ήδη δει τις νέες τάσεις στο Instagram και το Facebook και δεν θέλουν να περιμένουν άλλους έξι με εννιά μήνες για να κάνουν αυτή την αγορά. Θέλουν να υπάρχει τώρα εάν είναι εφικτό η δυνατότητα αγοράς. 

Βέβαια, μετά ήρθε η πανδημία και επιτάχυνε τόσους πολλούς νέους τρόπους λειτουργίας. Η πανδημία, εν ολίγοις, απέδειξε ότι οι παραγγελίες χωρίς σαφή προγραμματισμό με βάση τον πελάτη, τα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο και τα προγνωστικά αναλυτικά στοιχεία, μπορεί να αποτελέσει ανασταλτικό παράγοντα για την επιχειρηματική δραστηριότητα των εταιρειών και των καταστημάτων. Τέλος, αυτό το «κοκτέιλ» της πελατοκεντρικότητας, της ταχύτητας και της επιδέξιας χρήσης των δεδομένων είναι το μυστικό της επιτυχίας. Οι λιανοπωλητές παλαιού τύπου πρέπει να υιοθετήσουν έναν πιο ευέλικτο και διαφορετικό τρόπο σκέψης και λειτουργίας με σκοπό να παραμείνουν ανταγωνιστικοί και να συνεχίσουν να αποδίδουν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here