THE BULLET POINT "PREVIEW"
Το embedded finance είναι ήδη καθημερινότητα χωρίς να το ονομάζουμε: δόσεις στο checkout ενός e-shop, ασφάλεια τη στιγμή της κράτησης — η χρηματοοικονομική υπηρεσία εμφανίζεται μέσα στην πλατφόρμα που ο χρήστης χρησιμοποιεί ήδη.
Ο ρόλος των τραπεζών αλλάζει: από βασικό σημείο πρόσβασης γίνονται πάροχοι υποδομής (Banking as a Service), ενώ ο χρήστης δεν χρειάζεται πια να αλληλεπιδρά απευθείας μαζί τους.
Ο ανταγωνισμός μετατοπίζεται στον τρόπο παροχής, όχι στο ίδιο το προϊόν — με τις συνεργασίες τραπεζών, fintech και τεχνολογικών εταιρειών να πυκνώνουν και τις απαιτήσεις για κυβερνοασφάλεια, δεδομένα και συμμόρφωση να ανεβαίνουν αντίστοιχα.
Οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν ήδη υπηρεσίες embedded finance, ακόμη κι αν δεν γνωρίζουν τον όρο. Κάθε φορά που ένα ηλεκτρονικό κατάστημα προσφέρει τη δυνατότητα πληρωμής σε δόσεις χωρίς να απαιτείται επίσκεψη στην ιστοσελίδα μιας τράπεζας ή όταν μια ταξιδιωτική πλατφόρμα παρέχει ασφαλιστική κάλυψη κατά την ολοκλήρωση της κράτησης, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες λειτουργούν στο παρασκήνιο. Αντί ο χρήστης να μεταβαίνει σε διαφορετική εφαρμογή ή υπηρεσία για να ολοκληρώσει μια συναλλαγή, η χρηματοοικονομική υπηρεσία ενσωματώνεται στην πλατφόρμα που χρησιμοποιεί ήδη.
Αυτή είναι η βασική ιδέα του embedded finance. Πρόκειται για την ενσωμάτωση υπηρεσιών όπως οι πληρωμές, η χρηματοδότηση, η ασφάλιση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποταμίευση σε ψηφιακές πλατφόρμες που δεν ανήκουν στον χρηματοπιστωτικό κλάδο. Για τον καταναλωτή, η εμπειρία γίνεται απλούστερη και πιο ομαλή, καθώς όλες οι απαραίτητες λειτουργίες βρίσκονται στο ίδιο περιβάλλον. Για τις επιχειρήσεις, το μοντέλο αυτό δημιουργεί νέες ευκαιρίες ανάπτυξης, καθώς μπορούν να προσφέρουν περισσότερες υπηρεσίες χωρίς να μεταφέρουν τον πελάτη σε τρίτες εφαρμογές.
Η ανάπτυξη του embedded finance συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη μεταμόρφωση των ψηφιακών πληρωμών. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση της McKinsey για την παγκόσμια αγορά πληρωμών, ο συγκεκριμένος τομέας παραμένει ο μεγαλύτερος του χρηματοπιστωτικού κλάδου, με ετήσια έσοδα που προσεγγίζουν τα 2,5 τρισ. δολάρια. Η εξάπλωση των ψηφιακών υπηρεσιών και των νέων μοντέλων πληρωμών οδηγεί ολοένα περισσότερες επιχειρήσεις στην ενσωμάτωση χρηματοοικονομικών λειτουργιών στις πλατφόρμες τους, με στόχο την απλούστευση της εμπειρίας του χρήστη. Η πληρωμή μετατρέπεται από ξεχωριστή διαδικασία σε φυσικό μέρος της συνολικής εμπειρίας του χρήστη.
Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο τις πληρωμές. Το ίδιο μοντέλο εφαρμόζεται σε χρηματοδοτήσεις, ασφαλιστικά προϊόντα και άλλες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Ένας καταναλωτής μπορεί να επιλέξει δόσεις κατά την αγορά ενός προϊόντος ή να αποκτήσει ασφαλιστική κάλυψη για ένα ταξίδι τη στιγμή που πραγματοποιεί την κράτηση, ενώ μια επιχείρηση μπορεί να εξασφαλίσει χρηματοδότηση μέσα από την ψηφιακή πλατφόρμα που χρησιμοποιεί για την καθημερινή λειτουργία της. Η χρηματοοικονομική υπηρεσία εξακολουθεί να παρέχεται από την τράπεζα ή τον αντίστοιχο πάροχο, όμως ο χρήστης αποκτά πρόσβαση σε αυτήν μέσα από την πλατφόρμα που χρησιμοποιεί ήδη.
Οι επιχειρήσεις επενδύουν σε αυτό το μοντέλο επειδή βελτιώνει την εμπειρία του πελάτη, διευκολύνει την ολοκλήρωση των συναλλαγών και δημιουργεί νέες πηγές εσόδων. Επιπλέον, μειώνει την ανάγκη του χρήστη να εγκαταλείψει την εφαρμογή ή την πλατφόρμα που χρησιμοποιεί για να αποκτήσει πρόσβαση σε μια χρηματοοικονομική υπηρεσία. Σύμφωνα με την Accenture, οι προσδοκίες των πελατών μεταβάλλονται με γρήγορους ρυθμούς. Οι χρήστες δεν αξιολογούν μόνο τα χαρακτηριστικά ενός τραπεζικού προϊόντος, αλλά και το πόσο εύκολα μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτό όταν το χρειάζονται. Η εμπειρία του χρήστη εξελίσσεται σε βασικό παράγοντα ανταγωνισμού, με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες να καλούνται να λειτουργούν με την ίδια απλότητα που χαρακτηρίζει τις υπόλοιπες ψηφιακές εφαρμογές της καθημερινότητας.
Η εξάπλωση του embedded finance αλλάζει και τον ρόλο των τραπεζών. Για πολλά χρόνια, οι τράπεζες αποτελούσαν το βασικό σημείο πρόσβασης στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Σήμερα, αρκετές λειτουργούν και ως πάροχοι τραπεζικής υποδομής (Banking as a Service – BaaS), η οποία αξιοποιείται από άλλες ψηφιακές πλατφόρμες για την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Οι τραπεζικές λειτουργίες παραμένουν απαραίτητες, όμως ο χρήστης δεν είναι αναγκαίο να αλληλεπιδρά απευθείας με την τράπεζά του. Έτσι, οι τράπεζες συμμετέχουν όλο και συχνότερα σε ευρύτερα ψηφιακά οικοσυστήματα, παρέχοντας την υποδομή πάνω στην οποία αναπτύσσονται νέες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Η τάση αυτή ενισχύει και τη συνεργασία μεταξύ τραπεζών, fintech εταιρειών και επιχειρήσεων τεχνολογίας. Παρότι εξακολουθούν να ανταγωνίζονται σε αρκετές δραστηριότητες, αναπτύσσουν ολοένα περισσότερες συνεργασίες και κοινές λύσεις που επιτρέπουν την ενσωμάτωση χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σε διαφορετικές πλατφόρμες. Με τον τρόπο αυτό, οι επιχειρήσεις μπορούν να προσφέρουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στους πελάτες τους, χωρίς να χρειάζεται να αναπτύξουν οι ίδιες τραπεζικές υποδομές ή να αποκτήσουν τραπεζική άδεια.
Στην Ευρώπη, η μετάβαση αυτή υποστηρίζεται από τις πρωτοβουλίες για το Open Banking, τις άμεσες πληρωμές και τη δημιουργία ενός πιο διασυνδεδεμένου οικοσυστήματος πληρωμών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Ταυτόχρονα, αυξάνονται οι απαιτήσεις που αφορούν την κυβερνοασφάλεια, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την κανονιστική συμμόρφωση. Όσο περισσότερες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες ενσωματώνονται σε διαφορετικές ψηφιακές πλατφόρμες, τόσο σημαντικότερη γίνεται η διασφάλιση της ασφάλειας, της αξιοπιστίας και της εμπιστοσύνης των χρηστών.
Το embedded finance αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο παρέχονται οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Ο καταναλωτής δεν χρειάζεται πλέον να μεταβεί σε ξεχωριστή χρηματοοικονομική εφαρμογή για να πραγματοποιήσει μια συναλλαγή ή να αποκτήσει μια υπηρεσία. Η χρηματοοικονομική υπηρεσία εμφανίζεται τη στιγμή που τη χρειάζεται, μέσα στην εφαρμογή που χρησιμοποιεί ήδη. Η νέα αυτή προσέγγιση αλλάζει τις προτεραιότητες των επιχειρήσεων, ενισχύει τις συνεργασίες μεταξύ διαφορετικών κλάδων και διαμορφώνει ένα νέο μοντέλο παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, στο οποίο δεν αξιολογείται μόνο το ίδιο το χρηματοοικονομικό προϊόν, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο παρέχεται στον χρήστη.