Οι συνθήκες διαβίωσης των παιδιών κατά την διάρκεια του lockdown ανησυχούν τους γονείς

Οι διαταραχές και οι έντονες αλλαγές των συνθηκών διαβίωσης εξαιτίας των μέτρων προστασίας και της καραντίνας ήταν ιδιαίτερα βάναυσες για τις παιδικές ηλικίες.

Οι συνήθειες και οι ρουτίνες που διατηρούσαν πριν την πανδημία έχουν υποστεί μετατοπίσεις από την  ψηφιακή εκπαίδευση έως το συναισθηματικό βάρος του ιού και των επιπτώσεων του, οδηγώντας τελικά σε σημαντικά προβλήματα και διαταραχές της υγείας και της ευεξίας.

Αυτά τα ζητήματα αντικατοπτρίζονται σε μια νέα δημοσκόπηση που δείχνει τις κορυφαίες ανησυχίες για τους γονείς των παιδιών κάτω των 18 ετών κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Ωστόσο, η δημοσκόπηση, που διεξήχθη από το Παιδικό Νοσοκομείο C.S. Mott του Πανεπιστημίου του Μίτσιγκαν, αποκαλύπτει επίσης την παραδοχή ότι δεν είναι όλα τα πανδημικά προβλήματα ισάξια μεταξύ των κοινοτήτων—και ότι οι εν τέλει οι αφρο-αμερικανοί γονείς ασχολήθηκαν περισσότερο με θεμελιώδη κοινωνικά προβλήματα που το 2020 συνέχισαν να εκδηλώνονται.

Οι τρεις πρώτες ανησυχίες μεταξύ των γονέων που ερωτήθηκαν σχετίζονται με τη στροφή προς την εκτενέστερη χρήση της τεχνολογίας κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Επιπλέον, η υπερβολική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αφορούσε το 72% των γονέων, ακολουθούμενη από ηλεκτρονικό εκφοβισμό και την γενική ασφάλεια στο διαδίκτυο, τα οποία απασχόλησαν τον 62% των γονέων.

Ακόμη, ανάμεσα στα δέκα κορυφαία ζητήματα που απασχόλησαν τους γονείς εντοπίζονται διάφορα συναισθηματικά και σωματικά προβλήματα υγείας: η κατάθλιψη και το άγχος ως ανησυχίες αφορούσαν το 54% των γονέων.

Όσον αφορά τη σωματική υγεία, η ανθυγιεινή διατροφή (59%) και η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας (54%) ήταν οι μεγαλύτερες αγωνίες των γονέων.

Απαντώντας σε αυτές τις ανησυχίες, ο Gary Freed, διευθυντής της δημοσκόπησης και παιδίατρος στο Mott, αναφέρει ότι οι γονείς οφείλουν να ανησυχούν λιγότερο για τη συνολική χρήση της τεχνολογίας και περισσότερο για το πλαίσιο της χρήσης αυτής.

Έτσι, οι γονείς θα μπορούσαν να ορίσουν όρια συνδεσιμότητας και χρόνου όπου τα παιδιά θα πρέπει να αποσυνδεθούν, έτσι ώστε η χρήση του Διαδικτύου να μην παρεμβαίνει στον ύπνο ή την σωματική άσκηση.

Ωστόσο, πολλά από τα συναισθηματικά και σωματικά προβλήματα καταλήγουν σε αλλαγές στη ρουτίνα, όπως η έλλειψη ύπνου κατά τη διάρκεια μίας ταραχώδους και αγχωτικής περιόδου.

Επιπλέον, οι γονείς θα μπορούσαν να δοκιμάσουν και να διατηρήσουν τις ρουτίνες και το πρόγραμμα του ύπνου για να καταπολεμήσουν τα σκαμπανεβάσματα στη διάθεση, την όρεξη και την επιθυμία για άσκηση.

Παράλληλα, είναι γνωστό ότι μερικές φορές, τα προβλήματα είναι βαθύτερα ριζωμένα και οι γονείς μπορεί να φοβούνται να συζητήσουν τα συναισθήματα των παιδιών τους ή να προσεγγίσουν τους θεραπευτές. Ωστόσο, η σωστή και τακτική επικοινωνία μπορεί να είναι μια εύκολη και αποδοτική λύση. 

Συγχρόνως, εάν αναλυθούν οι ανησυχίες με φάση τον φυλετικό προσδιορισμό, διαφαίνεται μια σημαντική διαφορά. Ενώ η υπερβολική χρήση των κοινωνικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, ο διαδικτυακός εκφοβισμός και η ασφάλεια στο Διαδίκτυο ήταν οι τρεις σημαντικότερες ανησυχίες των λευκών γονέων που συμμετείχαν στην έρευνα, οι κατηγορίες αυτές ήταν πιο κάτω στη λίστα για τους μαύρους γονείς.

Αντ’ αυτού, τα δύο κορυφαία θέματα για τους μαύρους γονείς ήταν ο ρατσισμός εν καιρώ πανδημίας—γεγονός που δεν εμφανίστηκε στον κατάλογο για τους λευκούς γονείς και οι επιπτώσεις του ιού.

Άλλωστε, οι συστηματικές φυλετικές ανισότητες, όπως η στέγαση, μπορούν να προκαλέσουν άλλες ανισότητες στην υγειονομική περίθαλψή, που με την σειρά του κάνει τις ομάδες που πλήττονται πιο ευάλωτες απέναντι σε ασθένειες όπως το άσθμα και επίσης δύνανται να προκαλέσουν συναισθηματικά προβλήματα όπως η κατάθλιψη και το άγχος.

Οι γονείς μαύρου χρώματος υπογράμμισαν ένα εύρος θεμάτων που δεν εμφανίστηκαν σε καμία από τις δύο λίστες, συμπεριλαμβανομένης της πενίας (66%), της άνισης πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη (62%) και των τραυματισμών από πυροβόλα όπλα (61%), τα οποία επισκίασαν θέματα όπως η κακή διατροφή και η έλλειψη άσκησης. 

Οι τακτικές των γονέων για να βοηθήσουν τα παιδιά τους διαφέρουν μεταξύ των φυλετικών ομάδων, αλλά εμφανίζονται εξίσου διαφοροποιημένες από οικογένεια σε οικογένεια.

Ως αποτέλεσμα, οι γονείς πρέπει να είναι ευαισθητοποιημένοι απέναντι στις ανάγκες των τους παιδιών και να συνειδητοποιήσουν ότι ένα μέγεθος δεν ταιριάζει σε όλους.

Άλλωστε, οι γονείς γνωρίζουν τα παιδιά τους καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον και οι διαφορετικές -κατά περίπτωση- στρατηγικές θα λειτουργήσουν καλύτερα για κάθε παιδί από ό,τι θα λειτουργούσε η εφαρμογή ενός προτύπου ενιαίου για όλους!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here