Φώτης Γεωργελές| μια εξαιρετική συνέντευξη για την δημιουργία της Athens Voice

Ο Φώτης Γεωργελές είναι δημοσιογράφος. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κοινωνιολογία και Πολιτική Οικονομία στο Παρίσι. Έχει εργαστεί σε εφημερίδες και περιοδικά, στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.

Έχει διευθύνει το «Η Ζωή είναι εδώ» της Ελευθεροτυπίας, το Μ2 της Μεσημβρινής, το ΚΛΙΚ, το ΜΕΝ και τον ΚΛΙΚ FM. Σήμερα είναι εκδότης της ATHENS VOICE, του athensvoice.gr και του Athens Voice Radio.

Είναι ένας άνθρωπος δημιουργικός με άποψη και πάντα έπαιρνε θέση στα πράγματα.Το κείμενο που παρατίθεται παρακάτω είναι δικό του και αναφέρεται στην εποχή που είχε την ιδέα για την δημιουργία της Athens Voice.

Eίχα μόλις φύγει απ’ την προηγούμενη δουλειά μου. Τον ΚΛΙΚ FM τον είχαν αγοράσει οι Aυστραλοί και τον είχαν κάνει «μόνο επιτυχίες», δεν είχα καμία δουλειά εκεί.

Στο ΚΛΙΚ και το ΜΕΝ είχε μπει ο ΔΟΛ και η συγκατοίκηση με τις Ειδικές Εκδόσεις του Τερζόπουλου δεν ήταν ανθόσπαρτη.

Σε τέτοιες περιπτώσεις την πληρώνει συνήθως ο διευθυντής, που βρίσκεται στη μέση. Ήταν καιρός να κλείσω την πόρτα διακριτικά πίσω μου. Ήξερα πως μετά από μια τέτοια αποχώρηση το επόμενο διάστημα είναι λίγο νευρικό.

Αναγκαστικές κακίες, ατελείωτες εξηγήσεις, η πίεση των δικών σου που περιμένουν το επόμενο βήμα για να βρεθεί η παρέα ξανά όλη μαζί.

Εγώ δεν ήξερα ποιο είναι το επόμενο βήμα. Αυτός ο κύκλος φαινόταν να ’χει κλείσει. Κι ας ήταν καλά αυτά τα έντυπα. Εκείνη την εποχή, στο ραδιόφωνο κάναμε 7 ξενόγλωσσα δελτία ειδήσεων την ημέρα, με όλες τις καινούργιες γλώσσες που μιλούσαν οι νέοι κάτοικοι της Αθήνας που έφταναν απ’ όλο τον κόσμο. Στο ΚΛΙΚ κάναμε φωτογράφιση τις τσιγγάνες της Αγίας Βαρβάρας, όταν κυριαρχούσε η λατρεία των μοντέλων και οι απόλυτες Ελληνίδες σταρ. Σχόλια γράφαμε εγώ, ο Σταύρος Θεοδωράκης, η Μαλβίνα, ο Πρετεντέρης, ο Κούλογλου, ο Τέλογλου, ο Πετρουλάκης. Όμως περιοδικό, πια, σήμαινε άλλο πράγμα για όλο τον κόσμο. Αυτοί που ήθελα να μας διαβάζουν, δεν διάβαζαν περιοδικά. Στ’ αλήθεια δεν διάβαζαν τίποτα. Έψαχνα να βρω πώς θα είναι ένα έντυπο χωρίς τη ροζ ελαφρότητα των περιοδικών ούτε την γκρίζα ρουτίνα των πολιτικών εφημερίδων. Ένα νέο Μέσο που θα διαβάζουν αυτοί που δεν διαβάζουν, οι νέοι, οι γυναίκες, οι αυριανοί πολίτες της ελεύθερης πληροφόρησης του διαδίκτυου.

Μάζεψα τα πράγματά μου κι έφυγα για ν’ αποφύγω τις συζητήσεις. Νοίκιασα ένα σπίτι στη Νέα Υόρκη από μια εβραία που δούλευε στο MTV και αποφάσισε να πάει λίγους μήνες να δει τη γη των πατέρων της στο Ισραήλ.

Είχα μόνιμο τζετ λαγκ, ξύπναγα όταν κανονικά έπεφτα για ύπνο, πέντε η ώρα το πρωί κατέβαινα στη γωνία, έπαιρνα καφέ και μάφιν απ’ την καντίνα και κάπνιζα ένα τσιγάρο μαζί με τους Μεξικανούς εργάτες που ξεκίναγαν για τη βάρδια και τα κορίτσια που τελείωναν τη δικιά τους βάρδια της νύχτας. Έκανα όλη μέρα βόλτες στους δρόμους, αγαπούσα σιγά-σιγά μια ακόμα πόλη, ως κάτοικος όχι ως τουρίστας. Πάντα ένιωθα σημαντικές τις πόλεις, σαν το ντεκόρ όπου εκτυλίσσεται το έργο της ζωής μας. Κατά έναν περίεργο τρόπο, για πρώτη φορά, σε μια ξένη πόλη σκεφτόμουν πολύ τη δικιά μου πόλη, την Αθήνα, πρώτη φορά την ένιωθα δικιά μου.

Κάθε Τρίτη βράδυ σε κάποιο μετρό έβρισκα τη Village Voice. Ήταν μία πολύ ωραία και αστεία εφημερίδα. Ασπρόμαυρη κυρίως, μουτζουρώνεσαι για να την ξεφυλλίσεις, χαρτί για περιτύλιγμα, μισές σελίδες λίστες τα μαγαζιά της Ν. Υόρκης και οι άλλες μισές μικρές αγγελίες ροζ, του τύπου λευκό ζευγάρι μέσης ηλικίας ψάχνει νεαρό μαύρο για να βάλει λίγο αλατοπίπερο στη ζωή του. Είχε όμως εκείνη την εποχή, στην αρχή, ένα πολιτικό άρθρο πάντα. Ήταν τα χρόνια Μπους και οι Νεοϋορκέζοι ήθελαν να μεταναστεύσουν, δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που τους συνέβαινε. Τα πολιτικά άρθρα ήταν γραμμένα έτσι που στη δικιά μας ελεύθερη και ηρωική χώρα ποτέ δεν θα μπορούσαν να δημοσιευθούν. «Πέντε ακόμα αμερικανόπουλα γύρισαν σε φέρετρο εξαιτίας του Ηλίθιου Εγκληματία που μας κυβερνά». Η Village είχε γίνει μετά από πολλά χρόνια free press. Άρχισα να σκέφτομαι το ενδεχόμενο. Όμως μέχρι τότε τα free press ήταν κυρίως subway press έντυπα με μικρές ειδήσεις, ευκολοδιάβαστες, όσο κρατάει η διαδρομή του μετρό. Ανώνυμες ειδήσεις χωρίς υπογραφές, μικρές αγγελίες, διευθύνσεις. Όλη η λογική ήταν βασισμένη στο φτηνό, στο χαμηλό κόστος. Ό,τι σκεφτόμουν εγώ ήταν ακριβό, η παραγωγή δημοσιογραφικού περιεχομένου είναι πάντα ακριβή.

Περπατούσα στους δρόμους και σκεφτόμουν, ταξίδευα σε άλλες πόλεις και σκεφτόμουν. Ήταν σαν ένα θεωρητικό πρόβλημα που είχα βάλει στο μυαλό μου για να λύσει. Σε μια αίθουσα αναμονής, στο διπλανό κάθισμα Έλληνας, ναυτικός, πάει να συναντήσει το καράβι στη Νέα Ορλεάνη. Εγώ ρωτάω για καράβια, ναύλα και μακρινά ταξίδια, αυτός ρωτάει για εφημερίδες. Δύσκολα, του λέω, κορεσμένη αγορά, πληθωρισμός, χιλιάδες τίτλοι κρεμασμένοι στα περίπτερα που πρέπει να διαφημίζονται στην τηλεόραση για να φανούν, τα free press έχουν λίγα έσοδα άρα πρέπει να ’ναι φτηνές εκδόσεις για να επιβιώσουν, δεν υπάρχει χώρος για κάτι καινούργιο. Με κοιτάει απαθής, μπα, απαντάει, είναι μια θέση που έχει πάντα χώρο. Η κορυφή. Έχω μείνει άφωνος και τον κοιτάζω μέχρι που βάζει τα γέλια. Είπα κάτι;

Ξαφνικά καταλαβαίνω, η λύση είναι το αντίθετο του κανονικού, αυτού που σκεφτόμουν μέχρι τώρα. Δεν είναι η αφαίρεση αλλά η πρόσθεση, δεν πρέπει να μειώνω αλλά να προσθέτω, περιεχόμενο, γνωστές υπογραφές, αισθητική περιοδικού, αξιοπιστία εφημερίδας, καλύτερο χαρτί, περισσότερα διαφορετικά σημεία διανομής. Αν είναι πολύ καλό, όλα τα μειονεκτήματα γίνονται πλεονεκτήματα.

Τώρα θέλω να γυρίσω στην Ελλάδα. Ραντεβού, τράπεζες, γραφεία, επενδυτικοί σύμβουλοι. Ενθουσιάζονται φυσικά, ιδίως στο σημείο που εξηγώ ότι θα είναι μια ακριβή έκδοση, με πολλούς δημοσιογράφους, γνωστές υπογραφές, ακριβό χαρτί, μεγάλο τιράζ και θα ’ναι τσάμπα. Η θεωρία «το αντίθετο του κανονικού» δεν πείθει κανέναν.

Όμως εγώ έχω βρει μια λύση στο πρόβλημα και είμαι ευτυχής, έχω τη θεωρία, τα υπόλοιπα είναι απλώς επαλήθευση.

Μετά όλα αρχίζουν να δένουν με μαγικό τρόπο. Όσοι πρέπει να ’ρθουν σ’ αυτή την περιπέτεια έρχονται, χωρίς δισταγμό, η ιδέα ότι θα είναι μια ανεξάρτητη προσπάθεια, μόνοι μας στο πέλαγος, είναι το μεγαλύτερο κίνητρο. Σ’ ένα τραπεζάκι στου Jimmy στη Βαλαωρίτου γίνονται οι συσκέψεις μέχρι να ’ρθουν το μεσημέρι οι αθλητικοί και με τις πλάκες τους να μας παρασύρουν. Έχω βρει τα γραφεία, είναι ακριβώς όπως πρέπει και όπου πρέπει, αλλά ανήκουν σε αυστηρό ίδρυμα, είναι δύσκολο. Έχω γράψει όμως στην «Καθημερινή» ένα άρθρο για την Κυψέλη της παιδικής μου ηλικίας και η πρόεδρος του Ιδρύματος, που είναι στην Κυψέλη, το ’χει διαβάσει και δέχεται να με δει. Ογδοηκοντούτις, αυστηρή, παλιά Αθηναία. Εφημερίδα είπατε; Μάλιστα. Τέτοιους καιρούς; Μάλιστα. Και αθλητικά ποιος θα σας γράφει; Ο Πανούτσος, ψελλίζω ξαφνιασμένος. Δεν είναι λίγο γαύρος αυτός;

Η Χαριλάου Τρικούπη αρχίζει να ζωντανεύει, ένα μεταχειρισμένο φορτηγάκι βάφεται κόκκινο, τα σταντ κόκκινα. Ο Μηνάς είναι ο πιο γνωστός Έλληνας ντιζάινερ στο εξωτερικό, έργα του υπάρχουν από τη Ν. Υόρκη μέχρι το Τόκιο. Θα φτιάξει τα σταντ. Θα σχεδιάσεις τίποτα φοβερό, περίεργο; Χερουλάκια, απαντάει. Χερουλάκια; Τα παιδιά στα Έβερεστ πρέπει να σκεφτούμε, δεν πρέπει να κουράζονται, πώς θα τα κουβαλάνε, πώς θα τα πιάνουν, πρέπει να βάλουμε χερουλάκια. Κάπως έτσι συνέβαιναν όλα, με μια δεύτερη σκέψη, μια λεπτομέρεια που τα ’κανε όλα καλύτερα, όλα βολικά, πιο τρυφερά για όποιον ερχόταν κοντά μ’ αυτή την εφημερίδα. Το πρώτο φύλλο θα κυκλοφορούσε τέλη Σεπτέμβρη. Όλα ήταν έτοιμα, ο Πανόπουλος δεν έστελνε στήλη, δεν θα βγει, έλεγε, θα βγει τέλη Οκτώβρη για να ’ναι κι αυτή Σκορπιός.

Τη δεύτερη βδομάδα καταλάβαμε ότι η εφημερίδα θα γινόταν αυτό που έγινε. Την Τετάρτη το βράδυ όταν κατεβήκαμε να υποδεχθούμε το φορτηγό που έφερνε τις εφημερίδες, είδαμε στο πεζοδρόμιο της Χαριλάου Τρικούπη μαζεμένο κόσμο, παρέες που περίμεναν κι αυτοί. Σ’ ένα μήνα τα βράδια της Τετάρτης είχαν γίνει κάτι σαν πάρτι, αυτοκίνητα παρκαρισμένα στο πεζοδρόμιο, μουσική απ’ τα παράθυρα, κόσμος, παρέες, γελούσαν, περίμεναν, έπαιρναν εφημερίδες μόλις έφτανε, έφευγαν. Ο Σταμάτης έγραφε τραγούδι για «την πόλη που έχει για πυξίδα μια εφημερίδα». Ο Λάκης είχε κάποτε πει ότι αν έκανε κάτι πραγματικά πολύτιμο η Athens Voice ήταν που μας βοήθησε να δούμε την Αθήνα πρώτη φορά με άλλο μάτι και να την αγαπήσουμε. Οι ζωγράφοι έκαναν το εξώφυλλό της ένα Μέσον από μόνο του και την πήγαν στο Μουσείο Μπενάκη, οι σκεϊτάδες πάρκαραν μια μέρα τις σανίδες στον τρίτο όροφο και δεν ξανάφυγαν, τα γκρουπ της νέας ελληνικής σκηνής τη χρησιμοποίησαν σαν δίκτυο. Η Athens Voice, περισσότερο από εφημερίδα, έγινε ένα μέσο για να βρίσκονται και να επικοινωνούν οι πολίτες αυτής της μεγάλης πόλης.

Τώρα, 6 χρόνια μετά, όταν θυμάμαι εκείνες τις μέρες της N.Y. σκέφτομαι ότι η «λύση» στο πρόβλημα ήταν σωστή. Σ’ αυτή τη χώρα δεν μπορούμε να περηφανευόμαστε για πολλά πράγματα ότι τα κάνουμε καλύτερα από τις άλλες χώρες. Η ελληνική εκδοχή όμως του free press είναι καλύτερη. Όχι μόνο η ATHENS VOICE πια, και οι άλλες εφημερίδες, και οι εβδομαδιαίες και οι καθημερινές, είναι καλύτερες από τις αντίστοιχες ξένες. Αλλάξαμε το μοντέλο. Καμιά φορά, το αντίθετο του κανονικού είναι η λύση.

Μετά από αυτό το κείμενο εκείνης της εποχής μιλήσαμε τώρα με τον Φώτη Γεωργελέ και μοιράζεται τις σκέψεις του.

Η πιο δημιουργική στιγμή της πορείας σας; 

ΦΓ: Η εποχή που ξεκινήσαμε την Athens Voice. Ήταν το 2003, εγώ και οι συνεργάτες μου, η ομάδα που έφτιαξε την Athens Voice, είχαμε έντονα την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα εποχή.

Υπήρχε η ευφορία που δημιουργούσε η προοπτική των Ολυμπιακών αγώνων, η Ελλάδα έμπαινε στον παγκόσμιο χάρτη, η Αθήνα μετατρεπόταν γοργά σε μια μεγαλούπολη, πολυπολιτισμική, ανοιχτή. Μητρόπολη του Νότου, την ονόμαζα τότε.

Έτσι φαντάστηκα την εφημερίδα, σαν όργανο αυτής της εποχής, ανοιχτή στην τέχνη, τη μουσική, στα νέα ρεύματα, συνδετικό κρίκο της νέας πόλης και των κατοίκων της.

Εκπέμπαμε ένα «νέο μήνυμα» που το έπιασε ο κόσμος στον αέρα, το έπιασαν τα νέα παιδιά και οι καλλιτέχνες που μας αγκάλιασαν, και όλο αυτό έγινε η αρχή της περιπέτειας. 

Πως διαχειριζόμαστε την καθυστέρηση στο να δούμε αποτελέσματα όταν δημιουργούμε; 

ΦΓ:Είχα την τύχη να μην υπάρξει μεγάλη καθυστέρηση τότε. Τον πρώτο καιρό θυμάμαι, πηγαίναμε να πούμε για την εφημερίδα και μας κοιτούσαν δύσπιστα. Δωρεάν; Τι είναι πάλι αυτό.

Συνέδεαν το δωρεάν με το φθηνό. Όταν την έβλεπαν μετά, πάλι ξαφνιάζονταν, μα αυτό είναι πολύ καλό, πως θα είναι δωρεάν;

Αυτή ήταν η διαφορά στο ελληνικό free press σε σχέση με το διεθνές που εφηύρε η Athens Voice και ακολούθησαν έπειτα και οι άλλοι. Δεν κάναμε free press όπως το free του φθηνού, γρήγορου στην κατανάλωση είδους για το μετρό που ευδοκιμούσε γύρω στο 2000 σε όλο τον κόσμο, αλλά free όπως free ήταν η πληροφορία και η δημιουργία στο διαδίκτυο.

Γι’ αυτό γρήγορα έγινε talk of the town, δεν νοιώσαμε ποτέ την απελπισία που νοιώθει ο δημιουργός που δεν αναγνωρίζεται. Ήμασταν τυχεροί και διορατικοί και μπορέσαμε να εκφράσουμε την εποχή μας, μπορείς να πεις ότι η Athens Voice ήταν trend setter αλλά ταυτοχρόνως μιλούσε και στην καρδιά και στο μυαλό των αναγνωστών.

Αυτό μας έδωσε τελικά και την αυτοπεποίθηση να συνεχίσουμε χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις, όταν αργότερα ήρθε η κρίση με τις δυσκολίες και τις διαψεύσεις. 

Πως θα είναι τα media στα επόμενα 15 χρόνια; 

Το 2003 που έγινε η Βόις έγινε και το facebook. Σήμερα δεν μπορούμε να φανταστούμε τον κόσμο χωρίς σόσιαλ μίντια.

Τα μίντια έχουν γίνει «tailor made», τα «φοράμε» επάνω μας σχεδόν, η ενημέρωση, η διασκέδαση, οι πληροφορίες, βρίσκονται σε ένα μικρό κουτάκι που είναι το τηλέφωνο.

Ούτε μπορούμε να φανταστούμε το μέλλον έτσι που όλα αλλάζουν, γεννιούνται και πεθαίνουν κάθε λίγα χρόνια.

Ελπίζω ότι με όποια μορφή θα παίρνει αυτό, ο άνθρωπος θα καταλαβαίνει ότι χρειάζεται πάντα ενημέρωση και εξήγηση στον βομβαρδισμό μηνυμάτων και πληροφοριών του σύγχρονου κόσμου. 

Σε τι χρειάζεται η Ελλάδα να επενδύσει στα επόμενα χρόνια;

Στην εκπαίδευση, στην Παιδεία. Φλυαρούμε πάρα πολύ σ’ αυτή τη χώρα, ζούμε συνεχώς στον αφρό, στο καθημερινό, το εφήμερο.

Έχουμε χάσει τις βάσεις που είχαμε παλιότερα, δεν έχουμε πια σταθερές πυξίδες, γι’ αυτό παρασυρόμαστε εύκολα από τον λαϊκισμό κάθε είδους. Πρέπει να φιλοσοφήσουμε λιγάκι.

Πρέπει να ηρεμήσουμε, να ξαναδούμε λίγο τον εαυτό μας, να κατανικήσουμε αυτή την καθημερινή υστερία που μας κυνηγάει και να μη φοβόμαστε. Μόνο σίγουροι, ήρεμοι, ανοιχτοί άνθρωποι, με αυτοπεποίθηση και ικανότητες μπορούν να επιβιώσουν στο αβέβαιο μέλλον.   

Ο Φ.Γεωργελές εκπροσωπεί μια Ελλάδα που δημιουργεί αλλά αναλαμβάνει και την ευθύνη για το αποτέλεσμα.Είναι από αυτούς που δεν χάνουν τον χρόνο τους για να «γκρινιάζουν» αλλά τον επενδύει σε θετική και ψύχραιμη αποτίμηση.

Σε μια περίοδο που πολλοί έβλεπαν εχθρούς παντού αυτός συνέχισε να δημιουργεί.Συνέχισε και αποτέλεσε έμπνευση και για πολλούς άλλους.

Ο Φώτης Γεωργελές είναι ένας από αυτούς τους λίγους που θα θέλαμε να είναι πολλοί.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here