Η αγορά της μικροζυθοποιίας στην Ελλάδα

Τα τελευταία χρόνια, έκανε την εμφάνισή της και στην Ελλάδα η παγκόσμια τάση της μικροζυθοποιίας.

Ξεκίνησαν διστακτικά, σήμερα όμως λειτουργούν κοντά στις 50 μεσαίες και μικρές τοπικές ζυθοποιίες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και συνεχώς εμφανίζονται νέες, πράγμα που αποδεικνύει ότι η αγορά μεγαλώνει.

«Φουσκώνουν» σαν τον αφρό της μπίρας. Αλλά ευτυχώς δεν «κάθονται» τόσο γρήγορα ή τόσο πολύ όπως συμβαίνει με τον αφρό της μπίρας ύστερα από λίγη ώρα.

Αν κοιτάξει κάποιος τον χάρτη της Ελλάδας και αντιστοιχίσει πάνω σε αυτόν τις ζυθοποιίες, προκύπτει ότι σχεδόν σε κάθε νομό της χώρας έχει δημιουργηθεί και από μία μικροζυθοποιία:η Νήσος στην Τήνο, η «Μικροζυθοποιία Σερρών & Βορείου Ελλάδας» με την «Voreia» με έδρα τις Σέρρες, η «Κρητική Ζυθοποιία» με την μπίρα «Χάρμα» στον Πλατανιά Χανίων, στην Κέρκυρα με την «Κερκυραϊκή Μικροζυθοποιία» και την Corfu Beer, στην Ικαρία με την μπίρα «Ικαριώτισσα» από την Ικαριακή Ζυθοποιία, η Σαντορίνη με την Donkey, η Septem από το Ωρολόγιο της Εύβοιας, οι χαλκιδαίες Pikri και Kirki, η Chios Beer με την Μπίρα Χίου, η παριανή 56isles, η καρδιτσιώτικη Στίλβη, η Sknipa και η Άλη της Θεσσαλονίκης, η ηπειρώτικη Στάλα, η Πειραική Μικροζυθοποιία,η Dark Crops της Σπάρτης και πολλές ακόμη.

Καλύπτεται η ανάγκη για την παραγωγή πιο ξεχωριστών προϊόντων, πιο ιδιαίτερων, πιο εξειδικευμένων. Το ζητάνε και οι ίδιοι οι καταναλωτές. Πρόκειται στην πραγματικότητα για την ίδια τάση που εκδηλώθηκε στον χώρο του κρασιού στην Ελλάδα, αλλά που στο κρασί έγινε πριν από 25-30 χρόνια.

Κι έτσι, ενώ και εκεί υπήρχαν λίγες μόνο και μεγάλες οινοποιητικές επιχειρήσεις, εμφανίστηκαν στη συνέχεια το ένα μετά το άλλο πολλά κτήματα.

Και αυτό είναι πολύ σημαντικό καθώς ενασχόληση με την παραγωγή μπίρας είναι αρκετά πιο κοστοβόρα από αυτήν της παραγωγής οίνου ή ελαιολάδου.

Όμως η αναζήτησή για φρεσκάδα και ποιότητα οδηγεί σε περισσότερες επιτυχημένες προσπάθειες σε όλη την Ελλάδα.

Ενας άλλος λόγος που η μικροζυθοποιία γνωρίζει ανάπτυξη στην Ελλάδα –τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ύπαρξη πολλών ετικετών είναι η τάση που καταγράφηκε τα τελευταία χρόνια για στήριξη ελληνικών σημάτων ή για τη στήριξη εταιρειών ελληνικών συμφερόντων.

Οι ονομασίες μπίρας που παράγουν οι μικροζυθοποιίες στην Ελλάδα είναι στην πλειονότητά τους ελληνικές, ενώ δεν λείπουν και οι ονομασίες εκείνες με «χρώμα» ελληνικό και αρκετή δόση χιούμορ.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι οι μπίρες «Κατσίκα» της Μικροζυθοποιίας Φολεγάνδρου, η «Σκνίπα» της Πρότυπης Μικροζυθοποιίας Θεσσαλονίκης ή η μπίρα «Φονιάς» που παράγεται από τη Μικροζυθοποιία Σαμοθράκης και φυσικά η ονομασία του προϊόντος παραπέμπει στον ομώνυμο καταρράκτη.

Ο λεγόμενος «οικονομικός πατριωτισμός» βρήκε στον κλάδο της ζυθοποιίας ίσως τη μεγαλύτερη εφαρμογή του, με τις μεγάλες ζυθοποιίες που παράγουν στην Ελλάδα αλλά αποτελούν θυγατρικές ξένων ομίλων, να τονίζουν την ελληνικότητα των προϊόντων τους και τη συνεισφορά τους στην ελληνική οικονομία, ευρισκόμενες συχνά σε θέση άμυνας.

Παρά τη ραγδαία ανάπτυξή της και τον πολλαπλάσιο αριθμό των επιχειρήσεων σε σχέση με λίγα χρόνια πριν, η ελληνική μικροζυθοποιία παραμένει περιορισμένη σε σύγκριση με τις άλλες χώρες.

Στην Ιταλία λειτουργούν 1.200 μικροζυθοποιίες, στη Γαλλία 1.000, στο Ηνωμένο Βασίλειο περίπου 2.000, στην Ολλανδία 550, στην Τσεχία 450.

Δεν είναι τυχαίο.  Ένα από τα πιο συναρπαστικά πράγματα στον κόσμο της χειροποίητης μπίρας είναι η σταθερή εξέλιξή της και οι συνεχείς πειραματισμοί που οδηγούν κάθε χρόνο σε νέα κύματα γεύσεων αποδεικνύοντας πόσο αστείρευτος είναι ο πλούτος τους.

Βέβαια μέχρι τώρα καταγράφονται περιορισμένα αποτελέσματα από το «στοίχημα» της εγχώριας μικροζυθοποιίας, με τις «προβλέψεις» ωστόσο να είναι θετικές καθώς η στροφή στα τοπικά σήματα μπίρας αποτελεί μια παγκόσμια καταναλωτική τάση.

Στην Ελλάδα τα περιθώρια ανάπτυξης για τον κλάδο είναι μεγάλα, υποκινούμενα τόσο από την παγκόσμια τάση που στρέφεται προς την κατανάλωση μπίρας μικρών παραγωγών όσο και από το αυξημένο τουριστικό ρεύμα.

Ωστόσο, σημαντική παράμετρος για να αναπτυχθεί σωστά ο κλάδος αποτελεί η αύξηση της εγχώριας κατά κεφαλήν κατανάλωσης μπίρας.

Η μέση εγχώρια κατά κεφαλήν κατανάλωση διατηρείται στα 36 λίτρα/ετησίως, όταν ο μέσος ευρωπαϊκός όρος διαμορφώνεται στα 71 λίτρα.

Βρισκόμαστε στις τελευταίες θέσεις στη λίστα της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, στην τρίτη χαμηλότερη επίδοση επί ευρωπαϊκών χωρών, ενώ ακολουθεί η Γαλλία με περίπου 33 λίτρα και η Ιταλία με 32 λίτρα.

Και για αυτό τον λόγο ενώ ο αριθμός των ζυθοποιείων στην Ελλάδα υπερβαίνει πλέον τα 50, η κατά κεφαλή κατανάλωση παραμένει σταθερή στα 35-36 λίτρα ετησίως, γεγονός που αποδεικνύει ότι  η αγορά του ζύθου δεν αναπτύσσεται συνολικά, αλλά παρατηρείται εναλλαγή μεριδίων αγοράς, με σημαντική αύξηση του ποσοστού της craft μπύρας.

Επίσης η αντιμετώπιση του ζητήματος της εποχικότητας του προϊόντος, απαιτεί την συνεργασία όλων των ζυθοποιών, προκειμένου να αντιληφθεί ο  καταναλωτής ότι η πληθώρα επιλογών και τύπων μπύρας μπορεί να καλύψει κάθε περίσταση.

Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν περιθώρια να “ανοίξει” η αγορά της μπίρας, όταν για παράδειγμα στην Κύπρο η μέση κατά κεφαλήν κατανάλωση διαμορφώνεται στα 55 λίτρα.

Η μικροζυθοποιία μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη διεύρυνση της “πίτας” της αγοράς προτείνοντας καινοτόμες προτάσεις στους καταναλωτές.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι παρά την κινητικότητα και το ενδιαφέρον εισόδου στην παραγωγή μπίρας, το μερίδιο της μικροζυθοποιίας εξακολουθεί να είναι μικρό και να υπολογίζεται γύρω στο 1% της αγοράς.

Η εικόνα αυτή μπορεί να αλλάξει ιδιαίτερα στον βαθμό που αναπτυχθούν συνέργειες μεταξύ των μικροζυθοποιών και μεγάλων εταιρειών διανομής αλκοολούχων ποτών, έτσι ώστε τα μικρά σήματα να βρουν θέση στα ράφια των αλυσίδων, αλλά και στο κανάλι της εστίασης, βγαίνοντας εκτός των τοπικών τους ορίων.

Παράλληλα, μια συνεργασία μεταξύ των παικτών που να αφορά την προβολή των μικρών παραγωγών στα duty free θα μπορούσε να αποτελέσει διαβατήριο στα τοπικά σήματα να «ταξιδέψουν» στα διεθνή ράφια, αποτελώντας μια premium εναλλακτική πρόταση στις ισχυρές αγορές μπίρας.

Μάλλον πολλές απαντήσεις βρίσκονται σε πρόσφατη συνέντευξη του Αλέξανδρου Κουρή από την Νήσος ότι “Η μπύρα στην Ελλάδα είναι ποτό χαμηλών προσδοκιών και κατ’ επέκταση χαμηλής συναισθηματικής αξίας σε σχέση με το κρασί η/και άλλα αλκοολούχα ποτά”. 

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here